Πάφος: Δεν αποδείχθηκε ποιος προκάλεσε το θανατηφόρο - Εκτεθειμένη η Κατηγορούσα Αρχή

Πάφος: Δεν αποδείχθηκε ποιος προκάλεσε το θανατηφόρο - Εκτεθειμένη η Κατηγορούσα Αρχή

Σενάριο εκτός λογικής πραγματικότητας, χαρακτήρισε ο Δικαστής του Επαρχιακού Δικαστηρίου Πάφου Γεώργιος Βλάμης, τα γεγονότα υπόθεσης που αφορούσε κοινή επίθεση και πρόκληση θανάτου λόγω αλόγιστης, απερίσκεπτης ή επικίνδυνης πράξης.

Γράφει: Χριστάκης Γιαννακός

Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες των αδικημάτων ο κατηγορούμενος από χωριό της επαρχίας Πάφου, παράνομα επιτέθηκε σε συγχωριανό του και ακολούθως οδηγώντας το αυτοκίνητο του χωρίς πρόθεση επέφερε το θάνατο του συγκεκριμένου προσώπου.

Τα γεγονότα του παράξενου αυτού συμβάντος σύμφωνα με την Κατηγορούσα Αρχή, ήταν ότι το θύμα χρωστούσε €200 στον κατηγορούμενο, ο οποίος για να τον πιέσει να πληρώσει, άρπαξε τα κλειδιά του αυτοκινήτου του πρώτου, και εισήλθε στο δικό του αυτοκίνητο ξεκινώντας για να φύγει. Το θύμα όμως αντιλήφθηκε την κίνηση αυτή και έτρεξε προς το αυτοκίνητο του κατηγορούμενου, προσπαθώντας να του αποσπάσει τα κλειδιά, βάζοντας τα χέρια του πάνω στο τιμόνι ενώ το όχημα βρισκόταν εν κινήσει.

Σε κάποια στιγμή ο κατηγορούμενος έσπρωξε τον αποβιώσαντα ο οποίος έπεσε στη μέση του δρόμου, όπου εκείνη τη στιγμή στο σημείο εκείνο κινείτο όχημα με οδηγό γυναίκα, το οποίο κτύπησε το θύμα τραυματίζοντας το θανάσιμα. Να σημειωθεί ότι τα γεγονότα διαδραματίστηκαν νωρίς το βράδυ, ήταν σούρουπο όπως είπε ένας από τους μάρτυρες. Ο κατηγορούμενος στο μεταξύ σταμάτησε το αυτοκίνητο του για να δει πού πήγε το θύμα.

Είδε «μαύρο πράγμα»

Από την πλευρά της η γυναίκα που κατάθεσε ως μάρτυρας κατηγορίας, ανέφερε ότι: «σε απόσταση περίπου 10-15 μέτρα μετά από αυτήν, πρόσεξε ένα μαύρο 'πράγμα', όπως χαρακτηριστικά είπε, να πετάγεται ξαφνικά μπροστά από το όχημα της και ταυτόχρονα να ακούει ένα μεγάλο θόρυβο. Η μάρτυρας δεν αντιλήφθηκε τι ήταν αυτό που ξαφνικά είχε πεταχτεί μπροστά από το όχημα της.

Υπέθεσε ότι πιθανό το όχημα της να είχε κτυπήσει κάποιο ζώο ή αντικείμενο. Ακινητοποίησε το όχημα της στην άκρη του δρόμου διατηρώντας τη μηχανή σε λειτουργία και εξήλθε από αυτό χωρίς να προσέξει να υπήρχε πίσω από το όχημα οτιδήποτε στο δρόμο. Μπροστά από το όχημα της σε απόσταση 4-5 μέτρα με κατεύθυνση υπήρχε ένα όχημα σταθμευμένο στη μέση του δρόμου με τα φώτα σβηστά. Ήταν το όχημα του κατηγορούμενου, του οποίου τα φανάρια ήταν σπασμένα και οι εσωτερικές λάμπες του φαίνονταν με γυμνό μάτι. Πλησιάζοντας το όχημα, η μάρτυρας πρόσεξε ένα άτομο να βρίσκεται εκτός του οχήματος αλλά το σώμα του να είναι στραμμένο μέσα στο αυτοκίνητο. Τον ρώτησε τι μπορούσε να συνέβαινε αλλά αυτός χωρίς να της απαντήσει προχώρησε προς το όχημα της. Αυτή τον ακολούθησε. Καθ' οδόν ο άνδρας αυτός την ρώτησε επί λέξει 'ετσίλλισες το;' αλλά αυτή απάντησε αρνητικά. Της είπε να αποχωρήσει επειδή δεν εντοπίστηκε οτιδήποτε. Στη συνέχεια επειδή η εν λόγω μάρτυρας δεν είδε οποιοδήποτε αντικείμενο ή άνθρωπο που ενδεχομένως το όχημα της να είχε κτυπήσει ή να είναι τραυματισμένος, αποχώρησε από το μέρος. Όταν στάθμευσε το όχημα στην οικία της διαπίστωσε ότι η μπροστινή πινακίδα αριθμών εγγραφής ήταν στραβή και ο μπροστινός προφυλακτήρας παρουσίαζε κτύπημα».

Στο μεταξύ ο κατηγορούμενος επέστρεψε στη σκηνή με σκοπό να επιστρέψει τα κλειδιά του αυτοκινήτου στον αποβιώσαντα αλλά τον είδε πεσμένο στην άσφαλτο και βαριά τραυματισμένο οπότε ειδοποίησε την Αστυνομία.

Αθώος και στις 2 κατηγορίες

Αθωώνοντας τον κατηγορούμενο και στις δύο κατηγορίες ο Δικαστής Βλάμης παρατήρησε τα ακόλουθα στην απόφαση του:

«1)Αποτελεί εύρημα του Δικαστηρίου ότι ο κατηγορούμενος έπιασε το χέρι του αποβιώσαντα που ήταν πάνω στο τιμόνι, τον οποίον και έσπρωξε. Ωστόσο η συμπεριφορά αυτή του κατηγορουμένου δεν κρίνεται επιθετική. Ο κατηγορούμενος δεν προέβηκε σε τέτοια ενέργεια με σκοπό να ασκήσει άμεση και παράνομη βία εναντίον του αποβιώσαντα ή να του δημιουργήσει την εντύπωση ότι θα του ασκήσει τέτοιας μορφής βία. Ο κατηγορούμενος εκείνη τη στιγμή βρισκόταν στο όχημα του και ήλθε σε φυσική επαφή με τον αποβιώσαντα προσπαθώντας να τον απομακρύνει από το όχημα του. Όπως προκύπτει από το αποδεκτό μαρτυρικό υλικό, ο κατηγορούμενος άρπαξε το χέρι του αποβιώσαντα και τον έσπρωξε αναπτύσσοντας παράλληλα ταχύτητα στην προσπάθεια του να τον απωθήσει και καταφέρει να εγκαταλείψει το χώρο.

Κατά συνέπεια στη βάση των ευρημάτων του Δικαστηρίου μέσα από την προσαχθείσα μαρτυρία που έγινε αποδεκτή δεν έχει στοιχειοθετηθεί το αδίκημα της κοινής επίθεσης.

2) Το ότι επήλθε θάνατος στο θύμα δεν αμφισβητείται. Αυτό που χρήζει εξέτασης είναι κατά πόσο η ενέργεια του κατηγορουμένου να πιάσει το χέρι του αποβιώσαντα που ήταν πάνω στο τιμόνι του οχήματος του και να τον σπρώξει και παράλληλα να αναπτύξει ταχύτητα με το όχημα του προκάλεσε την πτώση του αποβιώσαντα στο δρόμο, μαζί με το κτύπημα που ακολούθησε από το όχημα της γυναίκας μάρτυρα που εκείνη τη στιγμή χρησιμοποιούσε το δρόμο, ήταν αυτά που οδήγησαν στο να επέλθει ο θάνατος του αποβιώσαντα. Αυτή είναι η εκδοχή της Κατηγορούσας Αρχής.

Αποτελεί εύρημα του Δικαστηρίου ότι σε κάποια στιγμή που η γυναίκα οδηγούσε το όχημα της μέσα στο χωριό σε απόσταση περίπου 10-15 μέτρα, πρόσεξε ένα μαύρο 'πράγμα' να πετάγεται ξαφνικά μπροστά από το όχημα της και ταυτόχρονα να ακούει ένα μεγάλο θόρυβο. Αν θεωρηθεί ότι το μαύρο 'πράγμα' που επικαλείται η μάρτυρας να είχε πεταχτεί σε ευθεία μπροστά από το όχημα της και το κτυπά να είναι ο αποβιώσαντας, τότε για να συνδέεται ο κατηγορούμενος πρέπει το πέταγμα να προήλθε εκείνη τη στιγμή από την προαναφερόμενη συμπεριφορά του. Η αναφορά περί πετάγματος στο όχημα της γυναίκας προϋποθέτει τυχόν τέτοια συμπεριφορά από μέρους του κατηγορουμένου να είχε γίνει αμέσως προηγουμένως. Για να ευσταθεί μία τέτοια εκδοχή σημαίνει ότι το χρονικό διάστημα που χωρίζει τις δύο πράξεις δεν μπορεί παρά να είναι πολύ μικρό και ειδικότερα ζήτημα δευτερολέπτων. Αυτό με τη σειρά του σημαίνει ότι ακριβώς λίγο πριν το πέταγμα, το όχημα του κατηγορουμένου πρέπει να προπορευόταν σε πολύ μικρή απόσταση από το όχημα της μάρτυρα με τα δύο οχήματα να βρίσκονται σε κίνηση. Ωστόσο δεν υπάρχει καμία τέτοια μαρτυρία. Αντίθετα η γυναίκα αναφέρει ότι κανένα όχημα δεν προπορευόταν του δικού της τη στιγμή εκείνη, γεγονός που αφήνει εκτεθειμένη την εκδοχή της Κατηγορούσας Αρχής.

Πέραν όμως του πιο πάνω, ουδεμία μαρτυρία υπάρχει ως προς τα χρονικά δεδομένα που ο αποβιώσαντας έπαυσε να έχει φυσική επαφή με το όχημα του κατηγορουμένου, εάν ή όταν ο αποβιώσαντας έπεσε στο έδαφος καθώς και η σύγκρουση του με το όχημα της γυναίκας.

Εκτός πραγματικότητας

Περαιτέρω αν όντως ο αποβιώσαντας ήταν αυτός που πετάχτηκε μπροστά από το όχημα της συνεπεία της προαναφερόμενης συμπεριφοράς του κατηγορουμένου, τότε αναμένεται ότι η τελική θέση του οχήματος της να είναι πιο μπροστά από την τελική θέση του οχήματος του κατηγορουμένου.

Σύμφωνα με τα αδιαμφισβήτητα δεδομένα του σχεδιαγράμματος της σκηνής του επιδίκου περιστατικού επί κλίμακα που αποτελούν ευρήματα του Δικαστηρίου, από τη στιγμή που η μάρτυρας αντιλήφθηκε τη σύγκρουση στο όχημα της διάνυσε απόσταση μεγαλύτερη των 12 μέτρων μέχρι να το ακινητοποιήσει  στην άκρη του δρόμου. Το δε όχημα του κατηγορουμένου βρισκόταν να προπορεύεται σε απόσταση 4-5 μέτρα από την τελική θέση του οχήματος της μάρτυρος, να είναι ήδη σταθμευμένο, η μηχανή να είναι ήδη σβηστή, η πόρτα του οδηγού να είναι ήδη ανοιχτή και ο κατηγορούμενος να βρίσκεται ήδη εκτός του οχήματος του. Πρόκειται για ένα σενάριο εκτός λογικής πραγματικότητας. Η αποδεκτή μαρτυρία και τα υφιστάμενα δεδομένα αφήνουν εκτεθειμένη την εκδοχή της Κατηγορούσας Αρχής. 

Συμπληρωματικά των πιο πάνω μπορεί να λεχθεί ότι δεν υπάρχει επιστημονική μαρτυρία που να προκρίνει με ασφάλεια την εκδοχή που προβάλλει η κατηγορούσα αρχή ως προς την εμπλοκή που του αποδίδει ότι έχει στο επίδικο περιστατικό.

Από τα πιο πάνω δεν μπορεί να εξαχθεί με ασφάλεια ότι η προαναφερόμενη συμπεριφορά του κατηγορουμένου επέφερε το θάνατο του αποβιώσαντα. Ο συνδετικός κρίκος της αλυσίδας των γεγονότων που θα δικαιολογούσαν την εκδοχή της κατηγορούσας αρχής παρουσιάζει ρήγμα ανεπανόρθωτης μορφής. Συνεπώς προκύπτει ότι δεν πληρούνται σωρευτικά τα απαιτούμενα συστατικά στοιχεία του αδικήματος της δεύτερης κατηγορίας.

Έχοντας υπόψη το αποδεκτό μαρτυρικό υλικό καταλήγω στο συμπέρασμα ότι οι συνθήκες κάτω από τις οποίες επήλθε ο θάνατος του αποβιώσαντα δεν είναι σαφείς και διευκρινισμένες. Παρόλο ότι δεν αμφισβητείται η αιτία θανάτου, η οποία με βάση τη μεταθανάτια ιατροδικαστική έκθεση της Δρ. Ελένης Αντωνίου είναι ο πολυτραυματισμός από μηχανοκίνητο όχημα, εντούτοις οι συνθήκες που επήλθε ο θάνατος είναι ασαφείς και αδιευκρίνιστες. Ενδεχομένως φως στις ασαφείς και αδιευκρίνιστες συνθήκες θανάτου του αποβιώσαντα να μπορούσε να ρίξει το πρόσωπο που μέσα από την κατάθεση της η μάρτυρας επικαλείται ότι ήταν παρών στην επίμαχη σκηνή τη δεδομένη χρονική στιγμή της σύγκρουσης του οχήματος της την ημέρα του επιδίκου περιστατικού αν αναζητείτο από την Αστυνομία.

Εφόσον η κατηγορούσα αρχή φέρει το βάρος απόδειξης της υπόθεσης της πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, καταλήγω ότι αυτή απέτυχε να το πράξει.  Το κενό που παρατηρείται στα γεγονότα δεν μπορεί να συμπληρωθεί μέσω εικασιών και υποθέσεων όσο εύλογες και αν είναι (Λοίζου ν. Αστυνομίας (1989) 2 Α.Α.Δ. 363).  Στις υποθέσεις Τούμπας ν. Δημοκρατίας (1984) 2 C.L.R. 110 και Καίτη Χαραλάμπους και άλλος ν. Δημοκρατίας (1985) 2 C.L.R. 97 υποδείχθηκε πως εάν στο τέλος της εκδίκασης μείνει έστω και η παραμικρή αμφιβολία στο μυαλό του Δικαστηρίου για την ενοχή του κατηγορουμένου τότε αυτό θα πρέπει να αποφασιστεί υπέρ του και να απαλλαγεί της κατηγορίας που αντιμετωπίζει.  Στην προκειμένη περίπτωση η μαρτυρία της Κατηγορούσας Αρχής παρουσιάζει ουσιώδη κενά και αδυναμίες καθιστώντας την ανεπαρκή σε τέτοιο βαθμό που να μην μπορεί να τεκμηριώσει πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας σύνδεση του κατηγορουμένου με την αξιόποινη συμπεριφορά που τους αποδίδεται.

Υπό το φως των πιο πάνω, η κατηγορούσα αρχή απέτυχε να αποδείξει την υπόθεση της πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας εναντίον του κατηγορουμένου, ο οποίος απαλλάσσεται και αθωώνεται σε όλες τις κατηγορίες που αντιμετωπίζει.

 Συνήγορος του κατηγορούμενου ήταν ο Ανδρέας Κυπρίζογλου.

Διαβάστε περισσότερα για το Έγκλημα ΕΔΩ!