Πρόσθετες αποζημιώσεις για το Μαρί

Πρόσθετες αποζημιώσεις για το Μαρί

Tις μνήμες της 11ης Ιουλίου του 2011 ξύπνησε η χθεσινή απόφαση του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας με την οποία αποδόθηκαν αποζημιώσεις εκατοντάδων χιλιάδων ευρώ στη σύζυγο και τις τρεις θυγατέρες του αποβιώσαντος αρχιλοχία της Πυροσβεστικής Υπηρεσίας Ανδρέα Παπαδόπουλου, 44 χρόνων.

Συγκεκριμένα, το δικαστήριο έκρινε πως, πέρα από το ποσό των 380.000 ευρώ που έλαβε η οικογένεια υπό τη μορφή φιλανθρωπίας από το κράτος, τον Αύγουστο το 2011, εδικαιούτο και αποζημιώσεις ύψους 628.000 ευρώ.

Έχασαν τη στήριξή τους
Ενώπιον του δικαστηρίου κατέθεσε η σύζυγος του αποβιώσαντος. Η μαρτυρία της δόθηκε υπό τη μορφή γραπτού κειμένου και παρέμεινε αναντίλεκτη, δηλαδή το περιεχόμενό της δεν αμφισβητήθηκε από τη Δημοκρατία. Σύμφωνα με τη μαρτυρία της, «με τον θάνατο του Ανδρέα τόσο η ίδια όσο και τα ανήλικα τέκνα της έχουν χάσει τη στήριξη του συζύγου και πατέρα τους αντίστοιχα». Σημειώνεται ότι οι θυγατέρες του αποβιώσαντος ήταν κατά τον χρόνο της φονικής έκρηξης στο Μαρί ηλικίας 15, 13 και 7 χρόνων.

Eγκληματική αδιαφορία
Ενώπιον του δικαστηρίου ήταν παραδεκτό γεγονός ότι η Δημοκρατία έφερε την ευθύνη για τον θάνατο του Ανδρέα Παπαδόπουλου, ο οποίος τα ξημερώματα της 11ης Ιουλίου του 2011 ανταποκρίθηκε στο καθήκον του και μετέβη στη ναυτική βάση «Ευάγγελος Φλωράκης» στο Μαρί, όπου σημειώθηκε η έκρηξη των εμπορευματοκιβωτίων.

Χαρακτηριστική ήταν η αναφορά του στην απόφαση του προέδρου του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας κ. Χάρη Μαλαχτού, ότι «η Δημοκρατία επέδειξε εγκληματική αδιαφορία για τη ζωή προσώπων, μεταξύ των οποίων και ο Ανδρέας».

Παράλληλα, βάσει των στοιχείων που τέθηκαν ενώπιόν του το Δικαστήριο επεσήμανε ότι «προκύπτει κατά τρόπο αδιαμφισβήτητο και κατηγορηματικό ότι η Κυπριακή Δημοκρατία έχει παραβιάσει κατάφωρα την υποχρέωσή της, κάτω από το άρθρο 2 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, να προστατέψει τη ζωή του αποβιώσαντος Ανδρέα Παπαδόπουλου».

Ενώπιον του δικαστηρίου τέθηκε και η καταδικαστική απόφαση του Κακουργιοδικείου Λάρνακας, με το περιεχόμενό της και τα συμπεράσματα που καταγράφονται σε αυτήν να είναι αποδεκτά και από τις δύο πλευρές.
Όπως σημειώνεται στην απόφαση, «εφόσον όλοι οι καταδικασθέντες, οι υπόλοιποι κατηγορούμενοι και όσα άλλα πρόσωπα είχαν συμμετοχή στη διαχείριση των εμπορευματοκιβωτίων ή της κατάστασης μέχρι και τη φονική έκρηξη, ενεργούσαν ως αντιπρόσωποι του κράτους, για τις πράξεις ή παραλείψεις όλων φέρει εκ προστήσεως αστική ευθύνη η εναγόμενη Κυπριακή Δημοκρατία».

Γνώριζαν και αμέλησαν
Έχοντας ως βάση την εν λόγω καταδικαστική απόφαση, το δικαστήριο τόνισε ότι στην προκειμένη περίπτωση «η Κυπριακή Δημοκρατία έχοντας στην κατοχή της ένα φορτίο επικίνδυνο προέβηκε στη φύλαξή του κατά τρόπο ακατάλληλο που επαύξησε την επικινδυνότητά του. Ο τρόπος φύλαξής του ήταν ουσιαστικό στοιχείο που με την πάροδο του χρόνου αύξανε ακόμα περισσότερο την επικινδυνότητα του φορτίου. Η Δημοκρατία γνώριζε εξ υπαρχής για την επικινδυνότητα του φορτίου και από καιρού εις καιρόν για την αυξανόμενη επικινδυνότητά του [...] Η αμέλεια της Δημοκρατίας, μέσω των αξιωματούχων και αντιπροσώπων της, υπήρξε εγκληματική, εξ ου και η καταδίκη τέτοιων προσώπων από το Κακουργιοδικείο».

Οι κατά χάριν 380.000
Ένα από τα σημεία που έπρεπε να αποφασιστούν αφορούσε τη θέση της Δημοκρατίας ότι στο πλαίσιο καθορισμού των αποζημιώσεων θα έπρεπε να ληφθούν υπόψη οι 380.000 ευρώ που ήδη έλαβε η οικογένεια. Επί του προκειμένου ο δικαστής σημείωσε ότι «η πληρωμή των 380.000 δεν αφορούσε πληρωμή την οποία οι ενάγουσες δικαιούνταν είτε στη βάση νόμου είτε στη βάση ασφαλιστικής ή άλλης σύμβασης. Όπως έγινε παραδεκτό, η Δημοκρατία κατέβαλε στους εξαρτώμενους του αποβιώσαντος ’κατά χάριν ωφέλημα’ το πιο πάνω ποσό». Η δε κατάληξη του δικαστηρίου ήταν πως «τα ποσά των 95.000 ευρώ που καταβλήθηκαν σε κάθε μία από τις εξαρτώμενες του αποβιώσαντος και οποιαδήποτε άλλα ωφελήματα είχαν ή θα έχουν ως αποτέλεσμα του θανάτου του δεν πρέπει να ληφθούν υπόψη στον καθορισμό των αποζημιώσεων που αυτές δικαιούνται συνεπεία του θανάτου του».
Σημειώνεται ότι τα ποσά που επιδικάστηκαν φέρουν και τόκο, ενώ η Δημοκρατία καλείται να καταβάλει και τα δικηγορικά έξοδα της οικογένειας του αποβιώσαντος.