«Θέλω τη Μαρία μου, ζωντανή ή νεκρή»

«Θέλω τη Μαρία μου, ζωντανή ή νεκρή»

Πέρασαν τέσσερα χρόνια από εκείνο το απόγευμα, όταν ο χρόνος σταμάτησε για την οικογένεια Κακογιάννη. Όταν η 39χρονη Μαρία, μια όμορφή επιχειρηματίας, πρώην αθλήτρια του στίβου και μητέρα ενός δίχρονου αγοριού, αναχώρησε από το σπίτι της και τα ίχνη της χάθηκαν για πάντα. Δεν έδωσε από τότε ούτε ένα σημάδι ζωής. Λες και άνοιξε η γη και την κατάπιε.

Το τι πραγματικά συνέβη το απόγευμα της 11ης Απριλίου 2012 δεν αποκαλύφθηκε ποτέ και το θρίλερ γύρω από τη μυστηριώδη εξαφάνιση όλο και φουντώνει. Η μητέρα της Μαρίας, Ευαγγελία Κακογιάννη, ανοίγει την καρδιά της στον και περιγράφει τις συνθήκες εξαφάνισης της κόρης της, τα όσα συνέβησαν την ημέρα που χάθηκε και τις άγνωστες πτυχές της υπόθεσης, που συγκλόνισε όλη την Κύπρο. Η ίδια πιστεύει ότι η κόρη της ζει και ότι την πήραν παρά τη θέλησή της. «Αν είναι νεκρή, φέρτε μου τη να τη δω», λέει με πόνο ψυχής η κυρία Ευαγγελία.

Η 39χρονη εξαφανίστηκε από το σπίτι της στον Άγιο Ιωάννη. Μια γειτόνισσα την είδε γύρω στις 3 το απόγευμα της Μεγάλης Τετάρτης 11 Απριλίου 2012 να επιβιβάζεται στο αυτοκίνητό της, ένα κόκκινο τζιπ μάρκας Νissan Qashqai με αριθμό κυκλοφορίας KYJ 899. Το αυτοκίνητο βρέθηκε δυο περίπου ώρες αργότερα, εγκαταλελειμμένο και κλειδωμένο σε ερημική τοποθεσία, στην παραλία του Λέιντις Μάιλ. Ειρωνεία της τύχης, η παραλία του Λέιντις Μάιλ ήταν η αγαπημένη της. Εκεί κατέφευγε όταν ήθελε να ηρεμήσει και να τρέξει στην άμμο, όταν έβρισκε χρόνο.

H εξαφάνιση της Μαρίας είχε συγκλονίσει όλη την Κύπρο, με δεκάδες εθελοντές να χτενίζουν την περιοχή για να τη βρουν. Κινητοποίηση υπήρξε και από τους ιδιοκτήτες των εστιατορίων που βρίσκονται στην παραλία. Στη γιγαντιαία επιχείρηση που στήθηκε για τον εντοπισμό της διά θαλάσσης, αέρος και στεριάς συμμετείχαν δεκάδες αστυνομικοί της Δημοκρατίας και των Βάσεων, με ανιχνευτικούς σκύλους, αυτοδύτες, η αστυνομική άκατος του ναυτικού σταθμού Λεμεσού, καθώς και δυο ελικόπτερα. Οι έρευνες όμως δεν έφεραν κανένα αποτέλεσμα. Μαρτυρίες που έφθαναν κατά καιρούς, για γυναίκες που μοιάζουν στην αγνοούμενη και εθεάθησαν να περιφέρονται στο κέντρο της Λεμεσού ή στο ύπαιθρο, διασταυρώθηκαν και διαπιστώθηκε ότι δεν αφορούσαν τη Μαρία, ενώ ανυπόστατες χαρακτηρίζονται οι φήμες ότι η ελλείπουσα βρίσκεται στα κατεχόμενα. Όσο περνούσαν οι ώρες και οι μέρες, η αγωνία μου μεγάλωνε, λέει η κυρία Ευαγγελία.

Η οικογένεια αναγκάστηκε να αναθέσει σε ντετέκτιβ τον εντοπισμό της και ξόδεψε χιλιάδες ευρώ σε απατεώνες που υπόσχονταν βοήθεια, χωρίς αντίκρισμα. Την υπόθεση εξακολουθεί να καλύπτει ένα τεράστιο πέπλο μυστηρίου. «Δεν γίνεται τόσες έρευνες με τόσα μέσα και ούτε ένα σημάδι», τονίζει με σπαραγμό η μάνα.
Βασανιστικές υποψίες

Η κυρία Ευαγγελία απορρίπτει το ενδεχόμενο η κόρη της να εξαφανίστηκε εκούσια. «Δεν θα έπαιρνε ένα τηλέφωνο τη μητέρα της τόσα χρόνια;» διερωτάται. «Ήμασταν δεμένες», συνεχίζει, «είχε το παιδί της». Όπως επίσης απορρίπτει και το ενδεχόμενο να έθεσε τέρμα στη ζωή της. Η Μαρία εκείνες τις ημέρες οργάνωνε τα γενέθλια του γιου της για το επόμενο Σάββατο, σημειώνει η Ευαγγελία Κακογιάννη. Το πρωί της ημέρας που εξαφανίστηκε έκανε κανονικά τη διανομή των ψωμιών που παρασκεύαζε στο οικογενειακό εργαστήρι και το μεσημέρι «κάναμε φλαούνες στο υπόγειο». Ξαφνικά ενώ ζύμωνε είπε ότι δεν αισθανόταν καλά. «Ανέβηκε στο σπίτι, ντύθηκε, στολίστηκε, φόρεσε τις καλές της μπότες και έφυγε, χωρίς να αποχαιρετήσει το μωρό της. Σαν να είχε ραντεβού, σαν να πήγαινε κάποιον να συναντήσει. Κατέβηκε από το αυτοκίνητο και χάθηκαν τα ίχνη της». Ίχνη από το αυτοκίνητο προς τη θάλασσα στον τόπο της εξαφάνισης δεν εντοπιστήκαν.

Δεν βρέθηκαν ούτε τα κλειδιά του αυτοκινήτου ούτε το κινητό της τηλέφωνο. Και διερωτάται η κυρία Κακογιάννη, «κάποιος που θέλει να αυτοκτονήσει θα ξεθεωνόταν στη δουλειά και θα έμπαινε με τα κλειδιά και το τηλέφωνο στη θάλασσα;» Η κυρία Ευαγγελία πιστεύει ότι η κόρη της έπεσε θύμα απαγωγής και ίσως στυγερής δολοφονίας. Οι υποψίες της στρέφονται μάλιστα προς συγκεκριμένα πρόσωπα, τα οποία υπέδειξε στις αρχές. Αυτά, υποστηρίζει, οργάνωσαν το σχέδιο απαγωγής της. «Ήθελαν να βγάλουν τη Μαρία από τη μέση, ίσως για τα χρήματά της, ίσως για να υλοποιήσουν τα όποια σχέδιά τους ανενόχλητοι». Όπως λέει η κυρία Ευαγγελία, το τελευταίο εξάμηνο η Μαρία αντιμετώπιζε προβλήματα με τον αλλοδαπό σύζυγό της και έπασχε από κατάθλιψη. Δεν περνούσε καλά μαζί του, ήταν αλκοολικός, δεν εργαζόταν και ζητούσε συνέχεια χρήματα. Τον αγαπούσε, αλλά αυτός της ασκούσε ψυχολογικό πόλεμο. «Μαμά, μου έλεγε, μου χτυπά λόγια που μου ματώνουν την καρδιά.

Τον φοβάμαι, με έκανε όπως είναι αυτός, να μην μιλώ, να μην γελώ», λέει η κυρία Ευαγγελία. Τις τελευταίες ημέρες η Μαρία ήταν πολύ προβληματισμένη, κάτι την απασχολούσε. Επικοινώνησε με τον πνευματικό της και επισκέφθηκε νευρολόγο, ο οποίος ωστόσο δεν διέγνωσε κάτι ανησυχητικό. Λίγο καιρό πριν χαθεί, η Μαρία ανέπτυξε φιλικές σχέσεις με μια γυναίκα η οποία ήταν μπλεγμένη με υποθέσεις ναρκωτικών. Ανήμερα της εξαφάνισής της, στις 2 τα χαράματα, η γυναίκα αυτή -που είχε συνδεθεί φιλικά και με τον σύζυγο της Μαρίας- επικοινώνησε μαζί της για να κλείσουν, όπως η Μαρία είπε στη μητέρα της λίγο πριν εξαφανιστεί, μια συμφωνία.

Αυτή και ένας επίσης αλλοδαπός φίλος του συζύγου της, με διασυνδέσεις με τον υπόκοσμο, είναι οι κύριοι ύποπτοι για την κύρια Ευαγγελία. Μάλιστα πηγές του «Π» υποδεικνύουν ότι η λύση του μυστηρίου βρίσκεται σε συγκεκριμένο χώρο, σε κοινότητα της επαρχίας Λεμεσού.

Η θέση της Αστυνομίας

Επίσημα από την Αστυνομία μέχρι σήμερα δεν έχουν δοθεί οποιεσδήποτε ενδείξεις για την τύχη της ή για τον χώρο όπου πιθανόν να βρίσκεται. «Για την Αστυνομία η Μαρία Κακογιάννη είναι καταχωρισμένη ως ελλείπον πρόσωπο με ευρωπαϊκή γνωστοποίηση», δήλωσε  ο υπεύθυνος του ΤΑΕ Λεμεσού Γιάννης Σωτηριάδης. «Μαρτυρίες οδήγησαν τους εξεταστές της υπόθεσης μέχρι τα κατεχόμενα και τη Θεσσαλονίκη», πρόσθεσε, «χωρίς ωστόσο να έχουμε οποιαδήποτε θετικά αποτελέσματα». Ανακρίθηκαν όλα τα ύποπτα για την εξαφάνιση πρόσωπα, υπέδειξε ο κύριος Σωτηριάδης, μεταξύ των οποίων και ο σύζυγός της, χωρίς να προκύψει οτιδήποτε εναντίον του, και ακολούθως αναχώρησε για τη χώρα καταγωγής του. Απαντώντας στην ερώτηση γιατί, σε περίπτωση που η Μαρία πνίγηκε στη θάλασσα, δεν εντοπίστηκε ακόμη η σορός της, ειδικοί σημειώνουν ότι στην περιοχή υπάρχουν ισχυρά υπόγεια ρεύματα και ότι δυστυχώς δεν είναι το μόνο πρόσωπο που χάνεται στη συγκεκριμένη θαλάσσια περιοχή.

Παρά τα αρνητικά μηνύματα, η Αστυνομία εξακολουθεί να την αναζητεί και απευθύνει έκκληση σε οποιονδήποτε γνωρίζει οτιδήποτε που μπορεί να βοηθήσει στον εντοπισμό της να επικοινωνήσει με το ΤΑΕ Λεμεσού. Η 43χρονη σήμερα Μαρία είναι ύψους 1,72 μ., λεπτής σωματικής διάπλασης, με κοντά καστανόξανθα μαλλιά. Κατά την ώρα της αναχώρησής της, φορούσε τζιν παντελόνι και ζακέτα χρώματος γκρι. Η μητέρα της Μαρίας ζητά να πάρει απαντήσεις για την τύχη της αγνοούμενης κόρης της. «Ζητούμε να συνεχιστούν οι έρευνες από την Αστυνομία. Θέλουμε να μάθουμε τι συνέβη να ηρεμήσουμε». «Στον γιο της», σημειώνει η κύρια Ευαγγελία, ο οποίος πλέον είναι έξι χρονών, «είπαμε την αλήθεια. Ότι η μαμά του χάθηκε». Η έκκληση της Ευαγγελίας Κακογιάννη σε όσους γνωρίζουν να μιλήσουν είναι σπαρακτική. «Παρακαλώ τον κόσμο να μου πει αν ξέρει κάτι. Να ανοίξει ξανά ο φάκελος της Μαρίας».

«Επειδή με πληγώνεις, γι’ αυτό φεύγω»

Γρίφος παραμένει ένα ιδιόχειρο σημείωμα της Μαρίας, που παρουσίασε στους γονείς της ο σύζυγός της. Όπως είπε ο ίδιος, το βρήκε τη μέρα που χάθηκε, γύρω στις 4 το απόγευμα, πάνω στην τουαλέτα του υπνοδωματίου τους. Το σημείωμα έγραφε: «Εγώ φεύγω, σου αφήνω τον άγγελό μου να τον προσέχεις. Σου αφήνω την περιουσία μου και ό,τι έχω. Επειδή με πληγώνεις, γι’ αυτό φεύγω». Η ειδική δικαστική γραφολόγος Μάγδα Καμπούρη, που το εξέτασε, επιβεβαιώνει ότι ο γραφικός χαρακτήρας είναι της αγνοούμενης, αλλά επισημαίνει ότι το σημείωμα γράφτηκε κάτω από έντονη ψυχολογική πίεση, πιθανότατα και απειλή.

Πηγή: Πολίτης