Ελάχιστο Εγγυημένο Εισόδημα: Δεν είναι το μέγεθος της οικίας αλλά η αξία της

Ελάχιστο Εγγυημένο Εισόδημα: Δεν είναι το μέγεθος της οικίας αλλά η αξία της

Η αξία του σπιτιού του ενήλικα γιου του υπερέβαινε αυτής που προνοεί η νομοθεσία (δηλαδή ήταν €187.700 αντί €100.000) και ως εκ τούτου η Δημοκρατία αρνήθηκε να του παραχωρήσει το Ελάχιστο Εγγυημένο Εισόδημα.

Γράφει: Χριστάκης Γιαννακός

Ο αιτητής προσέφυγε ενώπιον του Διοικητικού Δικαστηρίου προσβάλλοντας την απόφαση της Δημοκρατίας, πλην όμως και το Διοικητικό Δικαστήριο απέρριψε την προσφυγή του για τον ίδιο λόγο.

Ο συνήγορος του αιτητή Δώρος Κακουλλής υποστήριξε στο Δικαστήριο ότι η απόφαση της Δημοκρατίας ήταν εσφαλμένη λόγω έλλειψης αιτιολογίας και δέουσας επαρκούς έρευνας.

Ειδικότερα, ο κ. Κακουλλής επισήμανε, αφενός, ότι ο υιός του αιτητή διαμένει στην επίδικη οικία μαζί με τον παππού του, από τον οποίο την απέκτησε δυνάμει δωρεάς και, αφετέρου, ότι η επίδικη οικία είναι εμβαδού περί των 150 τ.μ., ενώ ο αιτητής διαμένει σε ενοικιαζόμενη οικία ενός υπνοδωματίου μαζί με τη σύζυγο και τον μικρότερο υιό του.  Σύμφωνα δε με τη θέση του, τόσο από το πνεύμα όσο και από το γράμμα του νόμου και συγκεκριμένα του άρθρου 13 του Ν.109(Ι)/2014, συνάγεται ότι η επίδικη οικία δεν μπορούσε σε καμία περίπτωση να επηρεάσει την αίτηση του αιτητή, γιατί είναι μόνο 150 τ.μ. και όχι 300 τ.μ. και σε αυτήν διαμένουν ο υιός του αιτητή και ο πατέρας του.  Περιοριζόμενοι στην αξία της επίδικης οικίας και αγνοώντας το εμβαδόν και τη χρήση της, οι καθ' ων η αίτηση - σύμφωνα πάντα με τον αιτητή - δεν διεξήγαγαν επαρκή έρευνα και ως εκ τούτου η προσβαλλόμενη απόφαση είναι παράνομη και μη επαρκώς αιτιολογημένη.

Απορρίπτοντας τη θέση του αιτητή η Δικαστής του Διοικητικού Δικαστηρίου Αριάδνη Ζερβού, αφού υιοθέτησε τη θέση της Δικηγόρου της Δημοκρατίας Τατιάνας Ιακωβίδου, τόνισε τα ακόλουθα:

«Σύμφωνα με το άρθρο 13 του Ν.109(Ι)/2014, ως ίσχυε κατά τον ουσιώδη για την παρούσα υπόθεση χρόνο:

«13. Δεν καθίσταται δικαιούχο για παροχή ελάχιστου εγγυημένου εισοδήματος οποιοδήποτε πρόσωπο ή αιτητής-

(α) κατέχει ακίνητη ιδιοκτησία είτε ο ίδιος ή/και οποιοδήποτε άλλο μέλος της οικογενειακής μονάδας η οποία υπερβαίνει σε αξία τις εκατό χιλιάδες ευρώ (€100.000), με βάση την εκτίμηση του Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας:

Νοείται ότι, σε περίπτωση υποβολής ένστασης για την εκτίμηση, θα λαμβάνεται υπόψη η αρχική εκτίμηση, εκτός αν αυτή αναθεωρηθεί:

Νοείται περαιτέρω ότι, για τους σκοπούς της παρούσας παραγράφου, η ιδιόκτητη κατοικία στην οποία διαμένει ο αιτητής ή/και δικαιούχος δε λαμβάνεται υπόψη, εφόσον η κατοικία αυτή δεν υπερβαίνει τα εκατόν πενήντα (150) τετραγωνικά μέτρα στις περιπτώσεις που ο αιτητής ή ο δικαιούχος είναι μονήρης και εφόσον δεν υπερβαίνει τα τριακόσια (300) τετραγωνικά μέτρα στις άλλες περιπτώσεις».

Το δε άρθρο 15 του Ν.109(Ι)/2014, ως ίσχυε κατά τον χρόνο εξέτασης της αίτησης του αιτητή, προέβλεπε τα ακόλουθα:

«15. Τηρουμένων των διατάξεων της νομοθεσίας, η οικογενειακή μονάδα αναφορικά με τον αιτητή ή/και δικαιούχο ορίζεται ως ακολούθως:

(α) Ο/η σύζυγός του, εφόσον διαμένει στην ίδια κατοικία με τον αιτητή ή/και δικαιούχο·

(β) το ανήλικο τέκνο του, εφόσον διαμένει στην ίδια κατοικία με τον αιτητή ή/και δικαιούχο·

(γ) το τέκνο του, ανεξάρτητα του χώρου διαμονής του, εφόσον η διαμονή του βρίσκεται στη Δημοκρατία:

Νοείται ότι δεν εφαρμόζεται η προϋπόθεση για διαμονή του τέκνου στη Δημοκρατία στην περίπτωση που το τέκνο είναι φοιτητής:

Νοείται περαιτέρω ότι, στην περίπτωση άγαμου ορφανού προσώπου που δεν έχει συμπληρώσει το εικοστό όγδοο (28) έτος της ηλικίας του, η οικογενειακή μονάδα αναφορικά με τον αιτητή ή/και δικαιούχο περιλαμβάνει και τα αδέλφια του προσώπου αυτού.».

Σύμφωνα με την πάγια νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, ο βασικός κανόνας ερμηνείας νομοθετημάτων είναι η γραμματική ερμηνεία, δηλαδή το απλό γραμματικό και κατά κυριολεξία νόημα των λέξεων (Δ. Γαλατάκης Λτδ ν. Δημοκρατίας (2008) 3 Α.Α.Δ. 78, Δημοκρατία ν Σωτηρίου κ.ά., Αναθεωρητικές Εφέσεις αρ. 96/2012 και 97/2012, ημερομ. 20.11.2015)».

Επισημαίνοντας ότι ο αιτητής δεν αμφισβητεί ούτε την κατοχή από τον υιό του της επίδικης ακίνητης ιδιοκτησίας, ούτε την αξία αυτής, η οποία υπερβαίνει το όριο του νόμου, καταλήγω ότι οι καθ' ων η αίτηση ορθώς εφάρμοσαν εν προκειμένω τις ανωτέρω σαφείς πρόνοιες της νομοθεσίας, όπως αυτή ίσχυε κατά το χρόνο εξέτασης της αίτησης του αιτητή.

Η δεύτερη επιφύλαξη του άρθρου 13(α), όπως ορθώς επισημαίνει η κα Ιακωβίδου, εξαιρεί από τα στοιχεία που λαμβάνονται υπόψη τυχόν ιδιόκτητη κατοικία, στην οποία διαμένει ο ίδιος ο αιτητής και όχι το μέλος της οικογενειακής μονάδας, ως εσφαλμένα φαίνεται να αντιλαμβάνεται ο αιτητής.  Ως εκ τούτου, το συγκεκριμένο εμβαδόν της επίδικης κατοικίας του υιού του αιτητή ήταν αδιάφορο για τους σκοπούς εξέτασης της αίτησης του αιτητή.

Από τα ενώπιόν μου στοιχεία, θεωρώ ότι προκύπτει πλήρης και σαφής αιτιολογία για την απόρριψη της αίτησης του αιτητή, ώστε ο δικαστικός έλεγχος να καθίσταται εφικτός, η δε προσβαλλόμενη απόφαση θεωρώ ότι ήταν το αποτέλεσμα δέουσας, υπό τις περιστάσεις, έρευνας. Συνακόλουθα, καταλήγω ότι οι εγειρόμενοι λόγοι ακύρωσης δεν ευσταθούν».