«Η ασκούμενη πολιτική οδήγησε σε μεγάλη αναδιανομή του εισοδήματος»

«Η ασκούμενη πολιτική οδήγησε σε μεγάλη αναδιανομή του εισοδήματος»

Στη διαπίστωση ότι η ανάκαμψη του 2015 οφειλόταν σε παράγοντες άσχετους με την ασκούμενη πολιτική και ότι η ασκούμενη πολιτική πραγματοποίησε μεγάλη αναδιανομή του εισοδήματος σε βάρος των εργαζόμενων τάξεων, ενώ η αναγγελθείσα εσωτερική υποτίμηση απέτυχε, καθώς οι τιμές δεν μειώθηκαν, καταλήγει η “Έκθεση για την Οικονομία και την Απασχόληση 2015” που ετοίμασε το Ινστιτούτο Εργασίας Κύπρου (ΙΝΕΚ) – ΠΕΟ.

 

Σε χαιρετισμό του κατά την παρουσίαση της έκθεσης, ο ΓΓ της είπε ότι “η ανάλυση των στοιχείων και των αριθμών της έκθεσης καταδεικνύει ξεκάθαρα ότι η συνταγή η οποία εφαρμόζεται αποδεικνύεται από τα αποτελέσματα ότι είναι μια συνταγή σκληρά αντιλαϊκή”

“Αυτό που συμβαίνει στην πράξη είναι μια νεοφιλελεύθερη αναδιάρθρωση στο οικονομικό και κοινωνικό μοντέλο, αποτέλεσμα της οποίας είναι από τη μια το βάρος από τις επιπτώσεις της καπιταλιστικής κρίσης και της οικονομικής ύφεσης να φορτωθεί μονόπλευρα και μονομερώς στους εργαζομένους και στα αδύνατα στρώματα της κοινωνίας και από την άλλη η επαναφορά του καπιταλιστικού κύκλου στη φάση της σταθεροποίησης και της ανάπτυξης να στηριχθεί αποκλειστικά στην κατολίσθηση των μισθών, την δραματική διεύρυνση της κοινωνικής ανισότητας και την συρρίκνωση των εργασιακών και κοινωνικών δικαιωμάτων”, πρόσθεσε ο ΓΓ της ΠΕΟ.

Αναφερόμενος σε κάποια συμπεράσματα που εξάγονται από την έκθεση, ο κ. Κυρίτσης είπε ότι αυτά είναι “η πορεία συνεχούς υποβάθμισης του παραγωγικού δυναμικού της χώρας με αποτέλεσμα για πρώτη φορά τα τελευταία 40 χρόνια, το 2014-15 οι καθαρές επενδύσεις στην κυπριακή οικονομία να είναι αρνητικές, κάτι που με βάση τα δεδομένα, όπως είπε, αναμένεται να συνεχιστεί και το 2016”.

Αυτή η διαπίστωση, συνέχισε, καταδεικνύει ότι η Κυβέρνηση στηρίζει την προοπτική της ανάπτυξης όχι πάνω στην ανοικοδόμηση και τον επαναπροσανατολισμό της οικονομίας σε πιο ορθολογιστική κατεύθυνση αλλά πάνω στην καταστροφή παραγωγικού δυναμικού και ιδιαίτερα πάνω στην μονόπλευρη υποβάθμιση των συνθηκών ζωής της μάζας των εργαζομένων.

Είπε ακόμη ότι η δημιουργία νέων θέσεων εργασίας και η αντιμετώπιση της ανεργίας στην πραγματικότητα δεν υπάρχει στην εικόνα.

“Αν συνυπολογίσουμε στην εξίσωση την επίθεση στα εργασιακά δικαιώματα, την διεύρυνση των απλήρωτων ωρών εργασίας που επιβάλλονται εκβιαστικά στους εργαζομένους καθώς και τις απώλειες των λιγότερο προνομιούχων στρωμάτων του λαού από τον ακρωτηριασμό που έχει υποστεί το κοινωνικός κράτος αντιλαμβανόμαστε ποια είναι πίσω από τα συνθήματα και τις επικοινωνιακές ατάκες η ουσία του οικονομικού θαύματος για το οποίο ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας, ο Υπουργός Οικονομικών και οι διάφοροι άλλοιο υπερασπιστές της νεοφιλελεύθερης συνταγής χαίρονται και πανηγυρίζουν”, πρόσθεσε.

Το δεύτερο συμπέρασμα, σύμφωνα με τον κ. Κυρίτση, είναι η πρωτοφανής για τα κυπριακά δεδομένα, διεύρυνση της κοινωνικής ανισότητας η οποία παίρνει πλέον δραματικές διαστάσεις.

Ανέφερε ότι η απαξίωση της μισθωτής εργασίας έχει οδηγήσει την αγοραστική δύναμη των μέσων μισθών στα επίπεδα του 1996 και ότι έχει οδηγηθεί η Κύπρος να είναι με βάση τα στοιχεία η χώρα με την μεγαλύτερη κοινωνική ανισότητα στην Ευρώπη.

Αναφέροντας ότι τα ευρήματα της έκθεσης τεκμηριώνουν τις εκτιμήσεις της ΠΕΟ για την πραγματική κατάσταση της οικονομίας και κοινωνίας, ο κ. Κυρίτσης είπε ότι προτεραιότητες της ΠΕΟ είναι η ανανέωση των συλλογικών συμβάσεων που έχουν λήξει ή λήγουν το τέλος του 2015, όπου έχουμε αποφασίσει, όπως είπε, να διεκδικήσουμε επαναφορά των όρων απασχόλησης.

Αυτή η διεκδίκηση, συνέχισε, είναι στρατηγικής σημασίας αφού η δραματική ανατροπή του συσχετισμού δυνάμεων μεταξύ εργαζομένων και εργοδοτών η οποία είναι αποτέλεσμα της έκρηξης της ανεργίας ευνοεί την απορρύθμιση των εργασιακών σχέσεων και την εμφάνιση φαινομένων ασύδοτης συμπεριφοράς από την πλευρά των εργοδοτών.

Στο δικό του χαιρετισμό, ο Γενικός Διευθυντής του ΙΝΕΚ – ΠΕΟ Παύλος Καλοσυνάτος είπε ότι “η πολιτική δημοσιονομικής προσαρμογής που ασκήθηκε, και η οποία πυροδότησε μια διαδικασία εσωτερικής υποτίμησης οδήγησε σε μεγάλες απώλειες στο ύψος του εγχώριου προϊόντος, στην απασχόληση, και στο εισόδημα ορισμένων κοινωνικών κατηγοριών” και πρόσθεσε ότι το βάρος της προσαρμογής της κυπριακής οικονομίας μεταφέρθηκε στην απασχόληση και τα εισοδήματα της εργασίας.

Αναφέρθηκε σε ελαφρά αύξηση των εισοδημάτων της ιδιοκτησίας, η οποία έρχεται σε κατάφωρη αντίθεση, όπως είπε, με την μεγάλη μείωση των εισοδημάτων εργασίας κατά περίπου 25% (προ φόρων) με αποτέλεσμα να υπάρξει “αναδιανομή του εισοδήματος από την εργασία στο κεφάλαιο και διεύρυνση των εισοδηματικών ανισοτήτων”.

Ο κ. Καλοσυνάτος είπε ακόμη ότι ο βασικός μοχλός για την αναδιανομή του εισοδήματος ήταν η άνοδος της ανεργίας και η δημιουργία ενός εφεδρικού εργατικού δυναμικού που τείνει να μειώνει τους μισθούς.

Αποτελέσματα έκθεσης
--------------------
Σύμφωνα με τα αποτελέσματα της έκθεσης, την οποία παρουσίασε ο Ηλίας Ιωακείμογλου, Επιστημονικός Συνεργάτης του ΙΝΕΚ, η ανάκαμψη ανάγεται κυρίως στην μεγέθυνση της εξωτερικής ζήτησης (ιδιαίτερα για το τουριστικό προϊόν) λόγω ευνοϊκής διεθνούς συγκυρίας και ευνοϊκότερων συναλλαγματικών ισοτιμιών του ευρώ με τα άλλα νομίσματα, ενώ η δημοσιονομική πολιτική είχε υποβοηθητικό ρόλο στην ανάκαμψη του 2015 απλώς χαλαρώνοντας την δημοσιονομική προσπάθεια και μειώνοντας έτσι την υφεσιακή της επίπτωση στην οικονομία.

Αναφέρεται επίσης ότι η ασκούμενη πολιτική δεν επέτυχε να μειώσει τις τιμές, κατόρθωσε όμως να υποτιμήσει σοβαρά την εργασία και προστίθεται ότι επειδή οι τιμές δεν μειώθηκαν, διαψεύδοντας τους διεθνείς οργανισμούς και την κυβέρνηση, η μείωση των μισθών αντί να μετατραπεί σε βελτίωση της ανταγωνιστικότητας μετατράπηκε σε θεαματική αύξηση του μέσου περιθωρίου κέρδους, το οποίο αναρριχήθηκε σε ιστορικά υψηλά επίπεδα.

Σύμφωνα με την έκθεση, δεν είναι οι υποτιθέμενες υπερβολικές απαιτήσεις των εργαζομένων που επιβαρύνουν την ανταγωνιστικότητα αλλά οι υπερβολικές απαιτήσεις κέρδους των επιχειρήσεων.

“Ενώ το κόστος εργασίας ανά μονάδα προϊόντος μειώθηκε κατά 13% στη διάρκεια της προσαρμογής της οικονομίας, οι αντίστοιχες τιμές εξαγωγών μειώθηκαν κατά 0,8% σε ευρώ (και μόνον υποβοηθούμενες από την ευνοϊκή συναλλαγματική ισοτιμία του ευρώ μειώθηκαν κατά 2,9% σε δολάρια το 2015), προστίθεται.

Όπως αναφέρεται στην έκθεση, η διατήρηση της κερδοφορίας στα προ κρίσης επίπεδα δεν μετατράπηκε σε επενδύσεις παγίου κεφαλαίου, ενώ σημειώνεται ότι η ασκούμενη πολιτική δεν έλυσε το σοβαρότερο διαρθρωτικό πρόβλημα της οικονομίας, που είναι η ανεπαρκής διαρθρωτική ανταγωνιστικότητα.

Επιπλέον, σύμφωνα με τα συμπεράσματα της έρευνας, η κοινωνική ομάδα των μισθωτών συντηρείται πλέον με τα ⅔ των αγαθών και υπηρεσιών που χρειαζόταν το 2011, ενώ η μείωση της απασχόλησης κατά 11% θα αντιμετωπιστεί μόνο κατά το ¼ στη τριετία 2015-2017.

Αναφέρεται επίσης ότι το ποσοστό απασχόλησης παραμένει δραματικά χαμηλό για τους εργάτες, τους τεχνίτες και τους ανειδίκευτους.