Μπλόκο κομμάτων, στην παράταση θα κριθεί το deal για Συνεργατισμό

Μπλόκο κομμάτων, στην παράταση θα κριθεί το deal για Συνεργατισμό

Προϋποθέσεις αλλά και άρνηση συνάντησε το κυβερνητικό Σχέδιο Προστασίας Περιουσιακών Στοιχείων (ΣΠΠΣ) το οποίο συζητήθηκε ενώπιον της κοινοβουλευτικής επιτροπής Οικονομικών.

ΔΗΣΥ και ΔΗΚΟ ζήτησαν την εξέταση του σχεδίου ως πακέτου με τις υπόλοιπές πολιτικές και νομοσχέδια για τη αντιμετώπιση των ΜΕΔ, με αποτέλεσμα η έγκριση του ΣΠΠΣ να μετατεθεί για την ερχόμενη Παρασκευή.

«Μετά και από εισήγηση του Προέδρου του ΔΗΚΟ (το ΣΠΠΣ) θα πάει τη μεθεπόμενη Παρασκευή», ανέφερε σε δηλώσεις του ο Πρόεδρος τη επιτροπής και Πρόεδρος του ΔΗΣΥ Αβέρωφ Νεοφύτου.

«Το μήνυμα της επιτροπής προς τη κυβέρνηση ότι πρέπει να κατατεθούν αμέσως το σύνολο των προτάσεων και των νομοθετημάτων και εμείς η Επιτροπή Οικονομικών από την ώρα της κατάθεσης να ξεκινήσουμε για όσες μέρες χρειαστεί να συζητούμε συνεχώς μέχρι την ολοκλήρωση της εξέτασης του συνόλου και των πολιτικών και των νομοθετημάτων, αλλά και τις εγγυήσεις», είπε.

Εκτίμησε πως «για ακόμα μια φορά η Βουλή θα σταθεί στο ύψος των περιστάσεων θα αναλάβει την ευθύνη της στήριξης της δημοσιονομικής σταθερότητας της χώρας και της σταθερότητας του χρηματοπιστωτικού μας συστήματος, όταν χρειάζεται με πολύ σωφροσύνη και σύνεση και ανεξαρτήτως κόστους, απέδειξε το σώμα ότι στέκεται στο ύψος τους του».

Κατά της έγκρισης του σχεδίου τάχθηκε το ΑΚΕΛ, με τον Εκπρόσωπο του, Στέφανο Στεφάνου να μιλά για «κάκιστο και το ζημιογόνο για την κοινωνία και τους φορολογούμενους περιεχόμενο της συμφωνίας».

Όπως είπε, οι κυβερνώντες έλεγαν ότι θα επιστρέψουν τον Συνεργατισμό στους πολίτες και όχι μόνο οδηγήθηκε σε χρεοκοπία και εκκαθάριση αλλά πλήρωσε κιόλας ο φορολογούμενους πολίτης και μπήκαν και εγγυήσεις για να πάρει τα καλά στοιχεία του Συνεργατισμού η Ελληνική Τράπεζα.

«Λίγο πολύ μας είπαν ότι συμφώνησαν έχοντας τον πιστόλι στον κρόταφο και τώρα προσπαθούν να βάλουν αυτό το πιστόλι στον κρόταφο της κοινωνίας και των πολιτικών δυνάμεων, βάζοντας τους μπροστά σε εκβιαστικά διλήμματα για να τους υποχρεώσουν να συναινέσουν σε αυτή την εγκληματική συμφωνία που έχει γίνει. Το ΑΚΕΛ δεν πρόκειται να παίξει αυτό το παιχνίδι των κυβερνώντων», κατέληξε.

Από την πλευρά του, ο Πρόεδρος του ΔΗΚΟ Νικόλας Παπαδόπουλος είπε πως δεν μπορεί να αναμένει η κυβέρνηση από εμάς να τοποθετηθούμε σε ένα και μόνο κομμάτι αυτής της συμφωνίας όταν δεν έχουμε ενώπιον μας άλλους πάρα πολύ σημαντικούς παράγοντες που έχουν σχέση αυτού του κρίσιμου ζητήματος που καλούμαστε να αντιμετωπίσουμε.

Είπε πως ζήτησε από τον ΥΠΟΙΚ όπως, πέραν της συμφωνίας για τη μεταφορά του Συνεργατισμού, να κατατεθεί στη Βουλή το πλαίσιο των νομοθετημάτων για την μεταρρύθμιση του πλαισίου για τις εκποιήσεις, του σχεδίου αφερεγγυότητας, καθώς και οι προτάσεις για τη λειτουργία του φορέα διαχείρισης των ΜΕΔ την πολιτική διαχείρισης αυτών των ΜΕΔ, αλλά και το πρόγραμμα ΕΣΤΙΑ που έχει ως στόχο τη επιδότηση συγκεκριμένης κατηγορίας δανειοληπτών με στόχο την προστασία της κύριας κατοικίας.

«Χωρίς όλο αυτό το πλέγμα επιπρόσθετων νομοθετημάτων αλλά και της προστασίας που απαιτείται αυτή τη στιγμή να δώσουμε στους Κύπριους δανειολήπτες δεν θεωρώ ότι μπορούμε να προχωρήσουμε στην εξέταση οποιαδήποτε άλλης πτυχής αυτής της συμφωνίας», είπε.

Δεν άνοιξε τα χαρτιά του για την τελική τοποθέτηση του ΔΗΚΟ, λέγοντας ότι έχει ορισθεί συνεδρία του Εκτελεστικού Γραφείου, «για να εξετάσουμε όλα τα νέα δεδομένα που έχουμε ενώπιον μας».

Ο Πρόεδρος του ΚΣ ΕΔΕΚ Μαρίνος Σιζόπουλος είπε πως η τελική συμφωνία με την Ελληνική είπε «είναι ετεροβαρής σε βάρος του κράτους και υπέρ της συγκεκριμένης τράπεζας που θα αναλάβει τη διαχείριση.

Χρειάζεται προσοχή χρειάζεται μεθοδικότητα και υπευθυνότητα έτσι ώστε μέσα από τη οποιαδήποτε λύση να μην υπάρξει πρόσθετη επιβάρυνση του πολίτη και οι καταθέτες και οι δανειολήπτες να βρεθούν σε δυσμενή θέση.

Είπε πως η επίσημη και τελική θέση της ΕΔΕΚ θα διαμορφωθεί μετά από απόφαση των συλλογικών οργάνων της ΕΔΕΚ. «Εκείνο που θα γίνει θα πρέπει να σταθμίσουμε όλες τις παραμέτρους και να πάρουμε την απόφαση στη βάση ότι πρέπει να κατοχυρώσουμε τα καλώς νοούμενα κυρίως των καταθετών αλλά και των δανειοληπτών», κατέληξε.

Εκ μέρους της Συμμαχίας Πολιτών, ο Ανδρέας Αποστόλου είπε πως προέχει το κράτος να πάρει την καλύτερη απόφαση και υπό αυτές τις συνθήκες να εξυπηρετηθεί το δημόσιο συμφέρον και όχι το όποιο ιδιωτικό συμφέρον.

«Μετά από αυτό όμως θα επιμείνουμε έτσι ώστε οι ευθύνες, πολιτικές διοικητικές αλλά ακόμα και διοικητικές να τις αναλάβουν αυτοί που ευθύνονται για την διαχρονική κατάσταση στον Συνεργατισμό, η οποία μας οδήγησε σήμερα να παίρνουμε αυτές τις αποφάσεις», είπε.

Ο βουλευτής του Κινήματος Αλληλεγγύης Μιχάλης Γιωργάλλας ανέφερε ότι σε σχέση με το θέμα του Συνεργατισμού υπάρχουν συγκεκριμένες ανησυχίες. Είπε ότι αυξάνεται το δημόσιο χρέος στο 110% ενώ «υπάρχει αβεβαιότητα ως προς την ικανότητα του κράτους να ανακτήσει το μεγάλο κόστος της κρατικής συνεισφοράς και των εγγυήσεων που απαιτήθηκαν για να ρυθμιστεί η υπόθεση του Συνεργατισμού».

«Δυστυχώς είμαστε στο ίδιο έργο θεατές και το κράτος, πέντε χρόνια μετά την τραπεζική κατάρρευση, συνεχίζει να επωμίζεται το κόστος των λανθασμένων επιλογών των τραπεζιτών» κατέληξε.

Ο Πρόεδρος του Κινήματος Οικολόγων – Συνεργασία Πολιτών, Γιώργος Περδίκης επέκρινε την κυβέρνηση ότι παραχώρησε κρατικές εγγυήσεις στην Ελληνική Τράπεζα χωρίς την απαιτούμενη νομική συμβουλή από τον Γενικό Εισαγγελέα, λέγοντας ότι η ικανοποίηση της απαίτησης της Ελληνικής έγινε με «τρόπο αστραπιαίο».

«Εμείς θεωρούμε ειδικά αυτό το κομμάτι της συμφωνίας εξαιρετικά ύποπτο, ανεδαφικό και δεν κατανοούμε γιατί πρέπει να το προσυπογράψουμε και δεν θα το προσυπογράψουμε».

Συμφώνησε τέλος με τη θέση άλλων κομμάτων ότι δεν μπορεί να γίνει συζήτηση του πλαισίου εκποιήσεων και αφερεγγυότητας αν δεν κατατεθεί το πλαίσιο για τον ανεξάρτητο και δημόσιο φορέα διαχείρισης ΜΕΔ.

Προς απόρριψη του ΣΠΠΣ κινείται και το ΕΛΑΜ, με τον εκπρόσωπο του κόμματος να χαρακτηρίζει τη γενικότερη συμφωνία ως ετεροβαρή.

«Το κράτος έρχεται να εξασφαλίσει την Ελληνική Τράπεζα, η οποία θα έπρεπε να αναλάβει το ρίσκο της επένδυσης. Στο τέλος της ημέρας αυτό το ρίσκο θα μεταφερθεί στους φορολογούμενους πολίτες», κατέληξε.