Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν: «Είναι η ώρα της Ευρώπης, είναι η ώρα της ευθύνης...»

Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν: «Είναι η ώρα της Ευρώπης, είναι η ώρα της ευθύνης...»

Η πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν κάλεσε σήμερα τους Ευρωπαίους να «παραμερίσουν τις παλιές προκαταλήψεις» και να στηρίξουν το σχέδιό της για ανάκαμψη ύψους 750 δισεκατομμυρίων ευρώ, σε ομιλία της στο ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο.

Το σχέδιό της προκαλεί την αντίδραση ορισμένων κρατών μελών , όπως η Ολλανδία, η Αυστρία και η Σουηδία, που θα προτιμούσαν αυτήν η οικονομική στήριξη να γίνει αποκλειστικά δανείων και όχι επιχορηγήσεων, ενώ η Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν προτείνει έναν σχεδιασμό των δύο.

Η Γερμανία εξήγησε στους ευρωβουλευτές ότι η Ευρωπαϊκή Επιτροπή προτίθεται να δανεισθεί 750 δισεκατομμύρια ευρών στις αγορές εξ ονόματος της Ευρωπαϊκής Ένωσης, τα 550 δισεκατομμύρια από τα οποία θα χορηγηθούν ως επιχορηγήσεις και τα 250 υπό μορφήν δανείων προς τα κράτη μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Ωστόσο κατέστησε σαφές ότι οι επιχορηγήσεις συνιστούν «επένδυση» για το μέλλον: «στην ενίσχυση της εσωτερικής αγοράς, στην ψηφιοποίηση της οικονομίας, στην Πράσινη Συμφωνία και στο σθένος».

«Είμαι μία επείγουσα και εξαιρετικού χαρακτήρα ανάγκη για μία επείγουσα και εξαιρετικού χαρακτήρα κρίση. Ας βάλουμε στην άκρη τις παλιές προκαταλήψεις. Είναι η ώρα της Ευρώπης, την ώρα που ενισχύονται οι διαφορές και οι ανισότητες... Η κρίση την οποία καλούμαστε τώρα να αντιμετωπίσουμε είναι τεράστια... Αλλά η ευκαιρία για την Ευρώπη είναι επίσης τεράστια, όπως και η ευθύνη μας για να πράξουμε αυτό που πρέπει στην κατάσταση αυτή».

Οι τρεις πυλώνες

Το Σχέδιο Ανάκαμψης της Επιτροπής αποτελείται από τρεις πυλώνες. Ο πρώτος πυλώνας αφορά τη στήριξη των κρατών-μελών της Ε.Ε.. Το βασικό εργαλείο θα είναι το Recovery and Resilience Facility (RRF), που θα περιλαμβάνει επιχορηγήσεις 310 δισ. ευρώ και δάνεια 250 δισ. ευρώ.

Οι χώρες που θα αιτηθούν πόρους από το συγκεκριμένο εργαλείο θα πρέπει να καταθέσουν αναλυτικά σχέδια δημόσιων επενδύσεων και συνοδευτικών μεταρρυθμίσεων, τα οποία πρέπει να συμβαδίζουν με τις βασικές προτεραιότητες της Ε.Ε.: την πράσινη μετάβαση, την ψηφιακή ατζέντα και την ενίσχυση της «ανθεκτικότητας» (resilience) των οικονομιών της Ένωσης απέναντι σε μελλοντικά σοκ. Επιπλέον, θα πρέπει να συμμορφώνονται με τις συστάσεις πολιτικής του Ευρωπαϊκού Εξαμήνου. Τα εθνικά αυτά σχέδια θα εξετάζονται και θα εγκρίνονται από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή. Η έγκρισή της όμως, παρότι αναγκαία, δεν είναι ικανή συνθήκη για την αποδέσμευση των χρημάτων. Μέσω του νομικού εργαλείου της επιτροπολογίας (comitology), τα σχέδια θα περνούν και από τη βάσανο της «διαδικασίας εξέτασης» (examination procedure), που επιτρέπει στο Ευρωπαϊκό Συμβούλιο να παρέχει «δεσμευτικές συμβουλές» στην Κομισιόν σχετικά με την έγκριση κάποιων κατηγοριών δαπανών. Ωστόσο η απόφαση του Συμβουλίου δεν χρειάζεται να είναι ομόφωνη, αλλά λαμβάνεται με ειδική πλειοψηφία – με άλλα λόγια δεν μπορεί ένα κράτος-μέλος να θέσει βέτο σε αυτήν.

Το δεύτερο μέρος του πρώτου πυλώνα είναι το React-EU, που περιγράφεται ως ένα «συμπλήρωμα της πολιτικής Συνοχής», αξίας 55 δισ. ευρώ, και θα παρέχει επιχορηγήσεις με ευέλικτους όρους σε ΟΤΑ, νοσοκομεία κ.ο.κ. για την άμβλυνση των κοινωνικο-οικονομικών συνεπειών της κρίσης. Η κλείδα κατανομής του React-EU θα είναι διαφορετική από αυτήν της παραδοσιακής πολιτικής Συνοχής, ώστε να στηρίξει στο μέγιστο δυνατό βαθμό τις πιο βαριά πληγείσες χώρες και περιφέρειες της Ένωσης. Το τρίτο μέρος είναι η ενίσχυση των προγραμμάτων αγροτικής ανάπτυξης (κατά 15 δισ. ευρώ) και του «Ταμείου Δίκαιης Μετάβασης» προς την οικονομία χαμηλών εκπομπών άνθρακα (κατά 32,5 δισ. ευρώ).

Ο δεύτερος πυλώνας εστιάζει στη στήριξη του ιδιωτικού τομέα. Στο πλαίσιό του, η Επιτροπή προτείνει την ενίσχυση του προγράμματος InvestEU (αυξάνοντας τους πόρους τους στα 15,3 δισ. ευρώ) και την προσθήκη σε αυτό ενός εργαλείου στρατηγικών επενδύσεων. Το εργαλείο αυτό η Επιτροπή ελπίζει ότι θα κινητοποιήσει ιδιωτικές επενδύσεις αξίας 150 δισ. ευρώ που θα «υποστηρίξουν μία σειρά από κρίσιμες αλυσίδες αξίες», όπως αναφέρουν αρμόδιοι αξιωματούχοι, ειδικά στον υγειονομικό τομέα αλλά όχι μόνο.

Επιπλέον, θα συσταθεί ένα νέο «εργαλείο φερεγγυότητας», που θα παρέχει προσωρινή κεφαλαιακή στήριξη σε εταιρείες που έχουν πληγεί από την τρέχουσα κρίση (θα διαθέτει 31 δισ. ευρώ, τα οποία εκτιμάται ότι μπορούν να ξεκλειδώσουν ιδιωτικές επενδύσεις ως και 300 δισ.). Το εργαλείο, συγκεκριμένα, θα παρέχει εγγυήσεις μέσω του ΠΔΠ στην Ευρωπαϊκή Τράπεζα Επενδύσεων, με τη συνδρομή των οποίων ιδιωτικά κεφάλαια θα επενδύουν σε εταιρείες που έχουν προσωρινή ανάγκη στήριξης. Κοινοτικός αξιωματούχος σημειώνει ότι «θα υπάρχει μεγάλη απόσταση» μεταξύ της Επιτροπής και των ατομικών επιλογών διάσωσης εταιρειών, μεταξύ άλλων μέσω ανεξάρτητης επιτροπής αξιολόγησης επενδύσεων, όπως με το Σχέδιο Γιούνκερ. «Ο σκοπός είναι να διασώσουμε βιώσιμες εταιρείες, όχι να κάνουμε επενδύσεις με πολιτικά κίνητρα», σημειώνεται. Σχετικά με την εμβέλεια του εργαλείου φερεγγυότητας, από το briefing της Επιτροπής προκύπτει ότι θα είναι δύσκολο να κινητοποιηθεί υπέρ επιχειρήσεων με αρνητικό περιβαλλοντικό αποτύπωμα.

Ο τρίτος πυλώνας περιλαμβάνει αυξημένες δαπάνες για υγεία, έρευνα και καινοτομία και εξωτερική δράση. Θα χρηματοδοτήσει την ενίσχυση του rescEU κατά 2 δισ. ευρώ (μεταξύ άλλων ώστε να μπορεί να προμηθεύεται αυτόνομα τον αναγκαίο εξοπλισμό και να μην εξαρτάται από τις διαδικασίες των κρατών-μελών) αλλά και αυτονόμηση-αναβάθμιση του EU4Health, του υγειονομικού προγράμματος που ήταν μέχρι πρότινος ενσωματωμένο στο Ευρωπαϊκό Κοινωνικό Ταμείο. Το αναβαθμισμένο EU4Health θα έχει προϋπολογισμό 9,4 δισ. ευρώ.

Οι πόροι που η Κομισιόν ελπίζει ότι θα διατεθούν από το Σεπτέμβριο θα κατευθυνθούν κυρίως στο εργαλείο φερεγγυότητας, αλλά και στο React-EU και το πρόγραμμα εξωτερικής δράσης.

Η Επιτροπή θα δημοσιεύσει σήμερα έναν χάρτη αναγκών που θα καθορίσει πώς και που θα διατεθούν οι πόροι του Ταμείου Ανάκαμψης. Στον χάρτη καταγράφονται οι ανάγκες ανακεφαλαιοποίησης εταιρειών, νέων επενδύσεων, το κόστος της κρίσης σε συγκεκριμένους κλάδους και ο αντίκτυπός της στα δημοσιονομικά μεγέθη των κρατών-μελών. Θα δώσει στη δημοσιότητα επίσης μία ποσοτική ανάλυση του αντίκτυπου της πρότασής της, στην ευρωπαϊκή οικονομία συνολικά αλλά και στα κράτη-μέλη ατομικά, σε σειρά δεικτών (ΑΕΠ, απασχόληση, δημόσια οικονομικά κ.ά.).