Βρέθηκε φωλιά σπάνιου πουλιού στην Πάφο για πρώτη φορά μετά από δεκαετίες

Βρέθηκε φωλιά σπάνιου πουλιού στην Πάφο για πρώτη φορά μετά από δεκαετίες

Ο γύπας είναι το πιο μεγάλο αρπακτικό πουλί της Κύπρου αλλά συνάμα και το πιο απειλούμενο.

Ο πληθυσμός συνεχίζει να βρίσκεται σε εξαιρετικά ανησυχητικά χαμηλά επίπεδα και τα ζευγάρια που αναπαράγονται επιτυχώς, είναι λιγοστά. Στις αρχές Ιουνίου επιβεβαιώθηκε η ύπαρξη τριών ενεργών φωλιών, εκ των οποίων η μια εντοπίστηκε κοντά στην ταΐστρα σίτισης πτωματοφάγων πουλιών στην επαρχία Πάφου, σε περιοχή σημαντικής αποικίας του είδους στο παρελθόν και ανήκει σε πουλιά που είχαν εισαχθεί από την Κρήτη μέσω του έργου «Γύπας». Οι άλλες δυο φωλιές βρίσκονται στους Γκρεμούς Επισκοπής, που αποτελούσε ανέκαθεν τη μεγαλύτερη αποικία του είδους και τον πιο σταθερό χώρο φωλεοποίησης τα τελευταία χρόνια.

Το 2011 ο πληθυσμός του γύπα στην Κύπρο έφτασε στο ναδίρ καθώς είχαν καταγραφεί μεταξύ έξι και οκτώ πουλιών μόνο, ενώ ένας βιώσιμος αριθμός για το είδος εκτιμάται γύρω στα 200 άτομα για την Κύπρο.

Κατά το κρίσιμο αυτό στάδιο ο πληθυσμός ενδυναμώθηκε με 25 πουλιά από την Κρήτη μέσω του έργου «Γύπας». Έκτοτε, η Υπηρεσία Θήρας και Πανίδας σε συνεργασία με τον Πτηνολογικό Σύνδεσμο Κύπρου και το Τμήμα Δασών (οι τρείς Κύπριοι εταίροι του έργου «Γύπας») παρακολουθούν στενά τον πληθυσμό πραγματοποιώντας καταγραφές του είδους δύο φορές τον χρόνο. Δυστυχώς, μεταξύ φθινόπωρου 2015 και χειμώνα 2016, εφτά γύπες βρέθηκαν νεκροί λόγω δηλητηρίασης, ενώ το 2016 ήταν μια χρονιά κατά την οποία δεν καταγράφηκε φώλιασμα. Το γεγονός ότι κατά τη φετινή καταγραφή εντοπίστηκαν τρεις ενεργές φωλιές είναι ιδιαίτερα ελπιδοφόρο και σηματοδοτεί μια αισιόδοξη κληρονομιά του έργου «Γύπας».

Ο γύπας φωλιάζει σε αποικίες σε απόκρημνα βράχια σε ακτές ή βουνά της ενδοχώρας και προτιμάει ανοικτούς βιότοπους πάνω από τους οποίους ανεμοπορεί και αερογλιστρά αναζητώντας τροφή (πτώματα ζώων). Αν και ο πληθυσμός του είδους στην Κύπρο βρισκόταν κάποτε σε υγιή επίπεδα και ήταν σχετικά κοινό είδος, τις τελευταίες δεκαετίες ο πληθυσμός μειώθηκε επικίνδυνα, με αποτέλεσμα να απειλείται άμεσα με εξαφάνιση. Ο κύριος λόγος για τη μείωση αυτή ήταν και παραμένει η δηλητηρίαση, λόγω παράνομης χρήσης δηλητηριασμένων δολωμάτων για αλεπούδες και αδέσποτους σκύλους. Η απειλή αυτή σε συνδυασμό με τη μείωση της διαθέσιμης τροφής λόγω μείωσης της εκτατικής κτηνοτροφίας (ελεύθερη βόσκηση ζώων) και την ενόχληση κατά την εποχή του φωλιάσματος επέφεραν ένα σοβαρότατο πλήγμα στο είδος.

Παρόλο που έχουν γίνει σημαντικές προσπάθειες για να βοηθηθεί ο πληθυσμός του γύπα της Κύπρου, αυτές δεν έχουν αποδώσει σε βαθμό που το είδος να είναι ασφαλές και όσο συνεχίζεται η χρήση δολωμάτων το είδος θα βρίσκεται σε κίνδυνο. Θα χρειαστούν αρκετά χρόνια μέχρι να ανακάμψει ο πληθυσμός του γύπα στην Κύπρο καθώς το είδος αναπαράγεται μόνο όταν ωριμάσει, δηλαδή σε ηλικία μεγαλύτερη των 3 – 4 ετών και με μόνο ένα αυγό κάθε φορά. Για τον λόγο αυτό λοιπόν, πρέπει να ληφθούν όλα τα απαραίτητα μέτρα για την προστασία τους, δίδοντας ιδιαίτερη έμφαση στην καταπολέμηση της παράνομης χρήσης δηλητηρίων στην κυπριακή ύπαιθρο, η οποία αποτελεί μια από τις κύριες απειλές που αντιμετωπίζουν οι γύπες και άλλα μεγάλα αρπαχτικά στο νησί μας.

Σημειώσεις:

1. Το έργο «Γύπας» ξεκίνησε τον Σεπτέμβριο 2011 και ολοκληρώθηκε τον Ιανουάριο 2014. Διενεργήθηκε στο πλαίσιο του προγράμματος διασυνοριακής συνεργασίας Ελλάδα - Κύπρος 2007-2013 και συγχρηματοδοτήθηκε από το Ευρωπαϊκό Ταμείο Περιφερειακής Ανάπτυξης και εθνικούς πόρους της Ελλάδας και της Κύπρου. Επικεφαλής εταίρος του έργου ήταν η Υπηρεσία Θήρας και Πανίδας, ενώ εταίροι στην Κύπρο ήταν ο Πτηνολογικός Σύνδεσμος Κύπρου και το Τμήμα Δασών και στην Κρήτη το Μουσείο Φυσικής Ιστορίας Κρήτης και ο Δήμος Γόρτυνας.

2. Για την παρακολούθηση του πληθυσμού του Γύπα πραγματοποιούνται δύο φορές τον χρόνο καταμετρήσεις, όπου παρατηρητές καλύπτουν σημεία στην περιοχή τροφοδοσίας και στα γνωστά σημεία αναπαραγωγής του είδους, ενώ η Υπηρεσία Θήρας και Πανίδας εγκαθιστά περιοδικά κάμερες στα εστιατόρια (ταΐστρες) του γύπα.

3. Ο γύπας τρέφεται αποκλειστικά με πτώματα. Για τον εντοπισμό της τροφής του στηρίζεται στην όρασή του ή στις κινήσεις άλλων πτωματοφάγων πουλιών (π.χ. κοράζινοι, κατσικορώνες). Είναι γνωστός ως «καθαριστής της υπαίθρου», αφού βοηθά με τον τρόπο του να διατηρείται υγιής και καθαρή η φύση, και αποτρέπει την εξάπλωση ασθενειών.