Ποια ψάρια είναι εξαιρετικά επικίνδυνα για κατανάλωση; Όσα πρέπει να ξέρετε

Ποια ψάρια είναι εξαιρετικά επικίνδυνα για κατανάλωση; Όσα πρέπει να ξέρετε

Με το καλοκαίρι να ενδείκνυται για την κατανάλωση ψαριών καλούνται οι καταναλωτές να είναι ιδιαίτερα προσεχτικοί, ιδιαίτερα με τα ψάρια που αλιεύονται από τους ιδίους.

Έτσι με τον όρο αυτό εννοούμε τα γνωστά είδη όπως τη δράκαινα, τους σκορπιούς, κάποια σαλάχια, τη σμέρνα και φυσικά τον λαγοκέφαλο, που λόγω δικής μας άγνοιας ή υπαιτιότητας μπορούν να μας δημιουργήσουν προβλήματα.

Είναι απαραίτητο λοιπόν να έχουμε υπόψη μας μερικές βασικές αρχές, ώστε να αποφύγουμε πιθανά προβλήματα που θα μπορούσαν να μας χαλάσουν την ευχαρίστηση του ψαρέματος ή και του μπάνιου μας .

Οι δράκαινες είναι ψάρια, που τα πρώτα έξι αγκάθια στη ράχη τους είναι δηλητηριώδη. Αυτά συνδέονται με αδένες, το δηλητήριο των οποίων ενεργεί τόσο στο νευρικό σύστημα του ανθρώπου όσο και στο αίμα όταν αυτός έχει την ατυχία να τσιμπηθεί.

Το αποτέλεσμα είναι ο έντονος και με διάρκεια πόνος, η λιποθυμία, ο εμετός και ο υψηλός πυρετός. Οι παρενέργειες ενός τέτοιου τσιμπήματος διαφέρουν από άνθρωπο σε άνθρωπο ανάλογα με τις άμυνες και τις αντιστάσεις του οργανισμού του. Οι δράκαινες ζουν και κυνηγούν σε αμμώδεις περιοχές. Τις ζεστές μέρες του χρόνου γίνονται νωχελικές στις αντιδράσεις τους και έτσι δεν αποκλείεται κάποιος κολυμβητής να τις πατήσει άθελα του στα ρηχά και φυσικά να δεχθεί ένα αναπάντεχο τσίμπημα.

Το δηλητήριο της καταστρέφεται στη θερμοκρασία των 40-50° C, για αυτό το λόγο εξαφανίζεται με το μαγείρεμα. Ο απλούστερος τρόπος αντιμετώπισης ενός τυχαίου τσιμπήματος είναι η προσέγγιση του σημείου σε μια πηγή θερμότητας (π.χ. αναμμένο τσιγάρο) προσεκτικά ούτως ώστε να μην προκληθεί έγκαυμα .

Στο ίδιο μοτίβο είναι και το τσίμπημα από τους σκορπιούς που είναι σε εμφάνιση ένα από τα πιο άσχημα ψάρια των θαλασσών μας . Ζει συνήθως σε βαθύτερα νερά από τη δράκαινα και το χρώμα τους είναι κυρίως κόκκινο – καφέ και συνοδεύεται με τις ιδιαίτερες αποχρώσεις του βυθού. Τα δηλητηριώδη αγκάθια του σκορπιού είναι αυτά του πτερυγίου στη ράχη του.

Λέγοντας σαλάχι ή σελάχι εννοούμε ένα μεγάλο εύρος από είδη όπως ο αετός, η τρυγόνα, το διαβολόψαρο, η ρίνα και άλλα . Τα σαλάχια μπορεί να γίνουν επικίνδυνα κυρίως για τον ψαροτουφεκά, λόγω ενός πριονωτού αγκαθιού που έχουν στη βάση της ουράς τους.

Αν χτυπήσουμε ένα σαλάχι με ψαροτούφεκο και δεν γίνουν οι κατάλληλοι χειρισμοί, είναι πολύ πιθανόν ο δύτης να δεχθεί χτύπημα με αυτό το αγκάθι. Ο πόνος είναι δυνατός και γίνεται περισσότερο έντονος καθώς περνά η ώρα. Μάλιστα ανάλογα με το είδος του σαλαχιού και τις αντοχές του οργανισμού του ψαροκυνηγού, ίσως δημιουργηθούν λιποθυμικές τάσεις κτλ.

Μάλιστα θα πρέπει να τονιστεί, ότι λόγω του αγκιστρωτού σχήματος του αγκαθιού είναι πολύ δύσκολο να βγει. Είναι καλύτερα όταν βρισκόμαστε κοντά σε σημείο που μπορούν να μας δώσουν τις πρώτες βοήθειες, να αφήσουμε σε κάποιον ειδικό την αφαίρεση του αγκαθιού. Καλό ειναι να κόβουμε το αγκάθι του σαλαχιού αμέσως μετά το χτύπημά του και να είμαστε πάντα πολύ προσεκτικοί.

Η σμέρνα ανήκει στην οικογένεια των μουρενοειδών. Το σώμα της είναι φιδίσιο με χρώμα που ποικίλει στις αποχρώσεις του καφέ και συμπληρώνεται από βούλες υποκίτρινου χρώματος. Το κεφάλι της καταλήγει σε κωνοειδές σχήμα και η μασέλα της είναι εξαιρετικά δυνατή. Αυτό είναι και το πρόβλημα.

Τα δόντια της σμέρνας έχουν μια κλήση προς τα μέσα, έτσι αν δαγκώσει κάτι δεν μπορεί να το αφήσει, παρά μόνο αν αποκολλήσει το κομμάτι που δάγκωσε. Η σμέρνα κατοικεί σε όλα τα βάθη, ακόμα και σε πολύ ρηχά νερά. Η θωριά της παραπέμπει σε επιθετικό χαρακτήρα και καθώς ανοιγοκλείνει το στόμα της μοιάζει να απειλεί τον δύτη. Η αλήθεια είναι ότι ανοιγοκλείνει το στόμα της γιατί έτσι αναπνέει. Η σμέρνα γίνεται επικίνδυνη όταν χτυπηθεί σε μη θανατηφόρο σημείο, τότε θα προσπαθήσει να δαγκώσει ότι βρεθεί μπροστά της.

Επίσης έλκεται από τη μυρωδιά του αίματος, γι' αυτό καλό είναι όταν πλησιάζουμε σε περιοχές που γνωρίζουμε ότι υπάρχουν σμέρνες, να μην κρεμάμε σκοτωμένα ψάρια στη μέση μας. Τέλος θα πρέπει να προσέχουμε κατά τις περιόδους που βλέπουμε από γειτονικές τρύπες να βγαίνουν δύο σμέρνες, ίσως να είναι εποχή αναπαραγωγής και τότε η σμέρνα μπορεί να γίνει πολύ επιθετική.

Το ψάρι Λαγοκέφαλος έκανε την εμφάνιση του για πρώτη φορά στις θάλασσες των Δωδεκανήσων το 2003 και σήμερα ζει σε όλο το Αιγαίο πέλαγος και την Κύπρο. Ο λεσεψιανός μετανάστης, όπως αποκαλούνται τα ψάρια και οι άλλοι οργανισμοί που μέσω Σουέζ περνάνε στην Μεσόγειο, εθεάθη αρχικά στο τρίγωνο Σύμη – Ρόδος – Καστελόριζο, αλλά σήμερα έφθασε μέχρι και στις ακτές της Βόρειας Ελλάδας.

Στο δέρμα και στα εντόσθια του υπάρχει μια δηλητηριώδης τοξίνη η τετραδοτοξίνη, η οποία προκαλεί στον άνθρωπο αναπνευστικές διαταραχές, ανεπάρκεια του κυκλοφορικού συστήματος, μυϊκή παράλυση ακόμη και θάνατο σε όποιον καταναλώσει το ψάρι. Αντίδοτο δεν υπάρχει, η όποια θεραπεία είναι μόνο συμπτωματική. Θανατηφόρα περιστατικά έχουν αναφερθεί ως τώρα στον Λίβανο και στο Ισραήλ .

Να σημειώσουμε ότι το κρέας του στην Ιαπωνία τρώγεται και θεωρείται πολυτελές έδεσμα, αφού φυσικά καθαριστεί από τα δηλητηριώδη μέρη του, που όπως είπαμε είναι το δέρμα και τα εντόσθια.

Ο πληθυσμός του λαγοκέφαλου τα τελευταία χρόνια αυξάνεται σημαντικά και προκαλεί μεγάλη ανησυχία στις αρχές, οι οποίες αναζητούν τρόπους αντιμετώπισης του προβλήματος

Ιδιαίτερη προσοχή χρειάζεται, όταν είναι μικρού μεγέθους για να μην ανακατευτεί και καταναλωθεί με άλλα φαγώσιμα είδη όπως μαριδάκι, γοπάκι ή αθερίνα.

Τέλος για μερικά είδη όπως την αγριόσαλπα και το γερμανό, όσο αφορά τα τσίμπημα τους, μάλλον περισσότερο ενοχλητικά μπορούσαν να θεωρηθούν παρά επικίνδυνα.