Τελέστηκε το επίσημο μνημόσυνο πεσόντων κατά τη διάρκεια του πραξικοπήματος

Τελέστηκε το επίσημο μνημόσυνο πεσόντων κατά τη διάρκεια του πραξικοπήματος

Στην προσπάθεια λύσης του Κυπριακού δεν μπορεί να μη μας βρίσκει ομόφωνους η διαπίστωση ότι, για να επιβιώσει ο Ελληνισμός στην Κύπρο, πρέπει να ανατραπούν τα επεκτατικά σχέδια της Τουρκίας, δήλωσε σήμερα ο ο Προεδρεύων της Δημοκρατίας, Πρόεδρος της Βουλής Δημήτρης Συλλούρης.

Στον επιμνημόσυνο λόγο του στο επίσημο μνημόσυνο των πεσόντων κατά τη διάρκεια του πραξικοπήματος προς υπεράσπιση της νομιμότητας και της Δημοκρατίας, που τελέστηκε στον Ιερό Ναό Αγίων Κωνσταντίνου και Ελένης στη Λευκωσία, από τον Αρχιεπίσκοπο Κύπρου Χρυσόστομο Β και τον Αρχιεπίσκοπο Αμερικής Δημήτριο, ο κ. Συλλούρης διερωτήθηκε “πόσον έχουμε άραγε εκπληρώσει το χρέος μας απέναντι σε όλους αυτούς που θυσιάστηκαν; Εάν όλοι εμείς συμφωνούμε, ότι οι τιμές αποδίδονται με έργα και όχι με λόγια, τότε η απάντηση είναι ότι η συνείδηση μας δεν πρέπει να εφησυχάζει γιατί ο απολογισμός είναι φτωχός”.

Ανατρέχοντας στη μακραίωνη ιστορία του ελληνισμού της Κύπρου, είπε, καταλήγει κάποιος στο συμπέρασμα ότι δεν είναι δυνατόν να είμαστε η τελευταία γενιά σε αυτή τη γη.

“Θεωρώ λοιπόν δεδομένο, πως όλοι συμφωνούμε ότι ο στόχος μας είναι η επιβίωση του ελληνισμού σε αυτή τη γη. Η διατήρηση όμως του ελληνισμού ξεκινά πρώτα από όλα από την πίστη και το σεβασμό στις αρχές και τις αξίες του ελληνισμού. Με πρώτη την πίστη και το σεβασμό στη Δημοκρατία. Η μεγαλύτερη προσφορά των προγόνων μας σε ολόκληρη την ανθρωπότητα, είναι η έννοια της Δημοκρατίας. Επομένως το πραξικόπημα ήταν μια άκρως ανθελληνική πράξη”, ανέφερε.

Ο κ. Συλλούρης σημείωσε ότι “ακόμα και εάν δεν ακολουθούσε η τουρκική εισβολή, η χρήση βίας και ιδιαίτερα η χρήση όπλων εναντίων συμπατριωτών μας, αποτελεί πράξη αισχύνης και ονείδους για οποιονδήποτε Έλληνα απόγονο εκείνων που γέννησαν τη Δημοκρατία”.

“Αντί κατά τη γνώμη μου να γίνονται συνομιλίες για τερματισμό της κατοχής, αποχώρηση των στρατευμάτων και επιστροφή των προσφύγων, όπως έπρεπε να γίνει τότε ούτως ώστε να ανατρέψουμε ή και να αξιοποιήσουμε το αίολο επιχείρημα περί συνταγματικής τάξης (της Τουρκίας), το αφήσαμε να ξεχαστεί μέσα από ατέρμονες και άκαρπες συνομιλίες”, συνέχισε ο κ. Συλλούρης.

Η Τουρκία, είπε, αφέθηκε να επαίρεται για την εισβολή, να ισχυρίζεται ότι το 1974 έλυσε το Κυπριακό και φτάνοντας μάλιστα στο σημείο να ισχυρίζεται ενώπιον των Διεθνών Σωμάτων ότι η Κυπριακή Δημοκρατία είναι πλέον εκλιπών κράτος.

Πρέπει να θυμηθούμε, είπε ο κ. Συλλούρης, ότι η κακοπιστία της Τουρκίας και η προσήλωση της σε κατακτητικούς και αλλότριους σκοπούς που συνεχίζει μέχρι σήμερα φάνηκε από τις πρώτες μέρες μετά το έγκλημα της εισβολής.

“Θυμίζω ότι ο τουρκικός στρατός κατοχής είχε υπό τον έλεγχο του μόνο το 3% της κυπριακής γης μέχρι την ώρα της εκεχειρίας, την οποία ποτέ δεν σεβάστηκε η Τουρκία. Από τότε μέχρι σήμερα δεν σεβάστηκε καμία συμφωνία και αυτό πρέπει να προβληματίζει κατά πόσο θα σεβαστεί οποιαδήποτε συμφωνία από τούδε και στο εξής. Για αυτό δεν είναι εγγυήσεις που χρειάζονται, αλλά διεθνείς δεσμεύσεις ότι η Τουρκία δεν θα επαναλάβει το προηγούμενο του ΄74” τόνισε.

Ο κ. Συλλούρης συνέχισε λέγοντας ότι “θεωρώ ότι στην προσπάθεια λύσης του Κυπριακού δεν μπορεί μα μη μας βρίσκει ομόφωνους η διαπίστωση ότι, για να επιβιώσει ο ελληνισμός στην Κύπρο, πρέπει να ανατραπούν τα επεκτατικά σχέδια της Τουρκίας. Δεν μπορεί να μη συμφωνούμε όλοι ότι με τη λύση του Κυπριακού η τουρκική στρατιωτική παρουσία και η οποιαδήποτε επιρροή πολιτική ή άλλη από μέρους της Τουρκίας πρέπει να τερματιστεί”.

Θεωρώ, επίσης, πρόσθεσε, “ότι είναι πλέον κοινός στόχος ότι η λύση του Κυπριακού πρέπει να εδράζεται στο Διεθνές Δίκαιο, στις ευρωπαϊκές αρχές και αξίες, στο ευρωπαϊκό κεκτημένο αλλά και να σέβεται τα ανθρώπινα δικαιώματα όλων των πολιτών, ανεξάρτητα από γλώσσα, θρησκεία και φυλή”.

Αναφερόμενος στην ΕΕ, είπε ότι ζητήματα όπως το Κυπριακό, θα κρίνουν κατά πόσο η Ευρώπη πιστεύει στον εαυτό της, στις αρχές της και κατά πόσο τις προωθεί χωρίς παρεκκλίσεις και σκοπιμότητες.

“Προσεγγίσεις όπως αυτές που ακούσαμε στο παρελθόν για τετραγωνισμό του κύκλου όσον αφορά το ευρωπαϊκό κεκτημένο, μόνο ψευδαισθήσεις δημιουργούν για το στόχο της λύσης του Κυπριακού αλλά και για την όλη εικόνα της ΕΕ” συνέχισε.

Ο κ. Συλλούρης είπε ότι σήμερα περνούμε μια περίοδο κινητικότητας στο Κυπριακό που αν η δική μας καλή διάθεση έβρισκε την ανάλογη ανταπόκριση από την τουρκική πλευρά, θα μπορούσαμε να είμαστε αισιόδοξοι για τη λύση του Κυπριακού.

Αντί τούτου, σημείωσε, οι προτεραιότητες της Τουρκίας είναι η αναβάθμιση του ψευδοκράτους, η πολιτική και διπλωματική εκμετάλλευση της διαδικασίας για να κερδίσει πολιτικά κεκτημένα με ή χωρίς τη λύση του Κυπριακού, αλλά και η προσπάθεια αποαναγνώρισης της Κυπριακής Δημοκρατίας.

“Η Τουρκία, όχι μόνο δεν δείχνει τη διάθεση να συμβάλει στην προσπάθεια λύσης του προβλήματος που ή ίδια δημιούργησε, αλλά επιδεινώνει την κατάσταση με ενέργειες επεκτατικού χαρακτήρα, όπως παραβιάσεις στην κυπριακή ΑΟΖ, μη συμμόρφωση στις υποχρεώσεις της έναντι της Ευρωπαϊκής Ένωσης, παραβιάσεις στο Αιγαίο και πρόσφατα η πρόκληση στην Αγιά Σοφιά. Ήδη η στάση της καταδεικνύει τις προθέσεις της. Προς αυτή θα πρέπει να στραφούν οι κάθε είδους πιέσεις και όχι προς εμάς που πληρώνουμε ήδη το βαρύ τίμημα της κατοχής”, υπογράμμισε.

Κρίνω, είπε, ότι σε δύο τομείς θα μπορούσαμε να επιμετρήσουμε τα επιτεύγματα μας, στον αγώνα μας για απελευθέρωση της Κύπρου και στη σωστή λειτουργία και ισχυροποίηση του κράτους μας.

“Η λύση του Κυπριακού, που είναι το μείζον ζήτημα για μας, δεν εξαρτάται μόνο από εμάς. Όμως, υπάρχουν άλλα ζητήματα που εξαρτώνται μόνο από εμάς και θα μπορούσαν να αποτελέσουν κοινή προσπάθεια όλων μας. Θα μπορούσαμε με αποτελεσματικό τρόπο να απαλλάξουμε την Κύπρο από τη διαφθορά και τη διαπλοκή. Μπορούμε και επιβάλλεται να εκσυγχρονίσουμε τους θεσμούς μας και να κάνουμε τους μηχανισμούς μας πιο αποτελεσματικούς. Μπορεί η μικρή Κύπρος και ακριβώς λόγω του μικρού της μεγέθους να γίνει πρότυπο κράτους μέσα στην ΕΕ”, συνέχισε.

Ο Πρόεδρος της Βουλής ανέφερε ότι “καταλήγοντας και νιώθοντας αδύνατος να βρω και να περιγράψω επιτεύγματα μας ως έργα αντάξια της θυσίας των ηρώων μας και της ιστορίας μας περιορίζομαι να πω ότι 42 χρόνια μετά θα μπορούσαμε: πρώτον, να συνειδητοποιήσουμε ότι η Δημοκρατία είναι το υπέρτατο αγαθό και ότι οι οποιεσδήποτε διαφορές μας δεν επιλύονται με ακραίες τοποθετήσεις”.

Δεύτερον, είπε, θα μπορούσαμε “με αίσθηση ευθύνης και συλλογικότητας θα πρέπει να αντιμετωπιστεί η αλαζονεία και η επιτακτικότητα της Τουρκίας, προτάσσοντας τη Δημοκρατία, τα ανθρώπινα δικαιώματα και τις αρχές και αξίες της ΕΕ, ώστε να κάνουμε αυτό που εξαρτάται από εμάς για τη λύση του Κυπριακού και τρίτον, μέσα από αυτοκριτική και με γνώμονα την ενίσχυση του Κράτους μας να εκσυγχρονίσουμε τους θεσμούς, να αναδιοργανώσουμε τους μηχανισμούς του Κράτους μας, να εξαλείψουμε τη διαπλοκή και τη διαφθορά, να καταστήσουμε το Κυπριακό Κράτος πρότυπο σύγχρονου Κράτους”.

“Αυτός είναι και ο έμπρακτος τρόπος ανάληψης ευθύνης”, κατέληξε.

Λαμβάνοντας το λόγο, ο Αρχιεπίσκοπος Αμερικής είπε ότι εκπροσωπεί τα σχεδόν δύο εκατομμύρια Ελληνες της Αμερικής στα οποία περιλαμβάνονται εκλεκτοί Κύπριοι αδελφοί.

Ανέφερε ότι οι Αμερικανοί αξιωματούχοι εκφράζουν το σεβασμό τους προς τους Ελληνες γιατί γέννησαν την Δημοκρατία και είπε ότι αποτελεί “τρομακτική τραγωδία ότι η Δημοκρατία κινδύνευσε στον χώρο που γεννήθηκε”, τονίζοντας ότι αυτό είναι μια “πραγματικά απαράδεκτη ιστορική παραφωνία”.

Πρέπει, είπε, να συνεχίσουμε τον αγώνα και σημείωσε ότι η Κύπρος είναι μεν μικρή μεταξύ πολύ μεγάλων δυνάμεων, αλλά ελκύει το σεβασμό όλων.

Μικρός, είπε, είναι και ο ναός του Αγίου Νικολάου στη Νέα Υόρκη στο χώρο της τρομοκρατικής επίθεσης του Σεπτεμβρίου του 2001, ο οποίος “αυτός είναι πολύ μικρός, περιβάλλεται από τεράστιες οικοδομές, αλλά με την μικρότητά του ελκύει, όπως η Κύπρος ελκύει την αγάπη και τον σεβασμό όλων”.

“Θα τον έχει για πάντα το σεβασμό από εμάς και το σημερινό μνημόσυνο είναι ένα ορόσημο ανανέωσης του δεσμού μας με την ηρωική και ευλογημένη Κύπρο”, κατέληξε ο Αρχιεπίσκοπος Δημήτριος.

Ακολούθησε τρισάγιο από τον Αρχιεπίσκοπο Κύπρου Χρυσόστομο Β' και κατάθεση στεφάνων στους τάφους των πεσόντων στο κοιμητήριο.

Στεφάνια κατέθεσαν εκ μέρους του Προέδρου της Δημοκρατίας ο Πρόεδρος της Βουλής Δημήτρης Συλλούρης, ο Αρχιεπίσκοπος Κύπρου Χρυσόστομος Β, ο Αρχιεπίσκοπος Αμερικής Δημήτριος, συγγενείς εκ μέρους των οικογενειών των πεσόντων, εκ μέρους της ελληνικής Κυβέρνησης ο Πρέσβης Ηλίας Φωτόπουλος, ο Πρόεδρος του ΔΗΣΥ Αβέρωφ Νεοφύτου, ο ΓΓ του ΑΚΕΛ Αντρος Κυπριανού, εκ μέρους του Προέδρου του ΔΗΚΟ η κοινοβουλευτική του εκπρόσωπος Χριστιάνα Ερωτοκρίτου, ο Πρόεδρος της ΕΔΕΚ Μαρίνος Σιζόπουλος, εκ μέρους της Συμμαχίας Πολιτών το μέλος της Γραμματείας Κωνσταντίνος Φιλαρέτου, εκ μέρους της Προέδρου του Κινήματος Αλληλεγγύη ο βουλευτής Μιχάλης Γιωργάλλας, εκ μέρους των Οικολόγων Περιβαλλοντιστών- Συνεργασία Πολιτών η Αντιπρόεδρος Εφη Ξάνθου, ο τέως Πρόεδρος της Δημοκρατίας Δημήτρης Χριστόφιας, ο Δήμαρχος Λευκωσίας Κωνσταντίνος Γιωρκάτζης, ο Δήμαρχος Κερύνειας Γλαύκος Καριόλου, ο Αρχηγός της ΕΦ Αντιστράτηγος Γεώργιος Μπασιακούλης, ο Αρχηγός της Αστυνομίας Ζαχαρίας Χρυσοστόμου, ο Διοικητής της ΕΛΔΥΚ Συνταγματάρχης Πεζικού Εμμανουήλ Θεοδώρου, εκ μέρους της Ομοσπονδίας Κυπριακών Σωματείων Αμερικής Κυριάκος Παπαστυλιανού και άλλοι.

Στη συνέχεια τηρήθηκε ενός λεπτού σιγή στη μνήμη των θυμάτων και ψάλθηκε ο Εθνικός Υμνος.